Αποστολή στην Μπανγκόκ: έξι μέρες, επτά αστέρια Michelin και mango sticky rice μέχρι τελικής πτώσης

07 Δεκεμβρίου 2025
Σάββας Στανής
Το ταξίδι αυτό ξεκίνησε λόγω μιας συνέντευξης. Όχι μιας συνηθισμένης, αλλά μιας συζήτησης με τον Gaggan Anand, έναν άνθρωπο που αδιαμφισβήτητα του ανήκει ο τίτλος rock star της γαστρονομίας.
  • ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΜΠΑΝΓΚΟΚ: ΕΞΙ ΜΕΡΕΣ, ΕΠΤΑ ΑΣΤΕΡΙΑ MICHELIN ΚΑΙ MANGO STICKY RICE ΜΕΧΡΙ ΤΕΛΙΚΗΣ ΠΤΩΣΗΣ | Globe-Eater

Το εισιτήριο μου έγραφε Αθήνα – Ζυρίχη – Μπανγκόκ, δεκαέξι και κάτι ώρες μέχρι την τελική προσγείωση. Από το παράθυρο του αεροπλάνου, η πόλη με τα έντεκα εκατομμύρια κατοίκους φαινόταν αχανής, εικόνα που δεν απέχει καθόλου από την πραγματικότητα . Η εποχή των βροχών είχε τελειώσει, αλλά η ζέστη και η υγρασία έμενε στον αέρα για να σου θυμίζει ότι χρειάζεσαι ένα έξτρα t-shirt πάντα μαζί σου .

Το Public House Bangkok με περίμενε στην άφιξη. Το δωμάτιο μου ήταν στον τελευταίο όροφο με θέα στους φωτισμένους δρόμους και στους ουρανοξύστες μιας περιοχής γεμάτης μικρά bistro που κρατούσαν τη δική τους ταυτότητα ανάμεσα σε μπαρ που είχαν απ’ έξω καθισμένες στη σειρά κοπέλες που περίμεναν κάποιον ανυποψίαστο ή και όχι τουρίστα.

14 Νοεμβρίου 2025

Το πρώτο δείπνο ήταν στο Le Du, το εστιατόριο που βρέθηκε στην κορυφή της Ασίας το 2023 και κρατά το αστέρι Michelin του τα τελευταία χρόνιαμε ευκολία. Ο σεφ Ton (Thitid Tassanakajohn), μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φιγούρες της ταϊλανδέζικης γαστρονομίας, δούλευε στην κουζίνα με την ομάδα του ενώ πριν από κάθε πιάτο ερχόταν στο τραπέζι για να εξηγήσει τι ακριβώς πρόκειται να συμβεί στην επόμενη μπουκιά.


Το μενού του Le Du στηρίζεται αποκλειστικά σε εποχικά υλικά της Ταϊλάνδης, δουλεμένα με καθαρότητα που σε κάνει να καταλαβαίνεις ότι οι λεπτομέρειες παίζουν τον πρώτο και τελευταίο ρόλο. Το wine pairing, με ετικέτες κυρίως από κεντρική Ευρώπη, λειτουργούσε σαν γέφυρα ανάμεσα στη μοντέρνα τεχνική και στις γεύσεις της τοπικής κουζίνας.

Μετά το δείπνο, συνεχίσαμε στο Le Du Kaan - ένα bar στον 56ο όροφο, σε μια ταράτσα με θέα τον ποταμό Chao Phraya και τον ορίζοντα της πόλης, για κοκτέιλ και γλυκά. Μια ταράτσα που πριν λίγους μήνες ήταν γεμάτη με ηλιακούς θερμοσίφωνες και λεβητοστάσια και την οποία ο σεφ Ton μετέτρεψε σ’ ένα από τα πιο hot spot σημεία της πόλης. 

15 Νοεμβρίου 2025

Το επόμενο μεσημέρι βρέθηκα με μεγάλη μου έκπληξη καλεσμένος στην κουζίνα του σπιτιού του Gaggan Anand. Πάπια, ρύζι, κάρυ, μουσική, ένα βινύλιο της Billie Eilish να γυρίζει στο πικάπ και όλα αυτά ανάμεσα σε φίλους του, διακεκριμένους σεφ που ήρθαν για να περάσουν μαζί μας το απόγευμα. Η εμπειρία για μένα άρχισε να παίρνει σουρεαλιστικές διαστάσεις μιας και από το πουθενά βρέθηκα περιτριγυρισμένος από τη σπιτική μαγειρική ανθρώπων που συνολικά κουβαλάνε κάμποσα αστέρια Michelin στις πλάτες τους.


Ο Gaggan, ανάμεσα σε συναδέλφους, τα δύο σκυλιά του και την κόρη του, μαγείρευε, σχολίαζε, έριχνε μικρές γαστρονομικές φιλοσοφίες δεξιά κι αριστερά, έσκαβε στο ψυγείο του για κάποιο υλικό που θα του άνοιγε μια καινούργια ιδέα. Στο ενδιάμεσο, αφιέρωνε σχεδόν υπερβολική προσοχή στην προετοιμασία μιας κούπας ζεστού καφέ μιας και ήταν το πρώτο πράγμα που έκανε εκείνη τη μέρα.

Κάπου ανάμεσα σε ατμούς, μυρωδιές και βουητό από κατσαρόλες, ακούστηκε μια ερώτηση:

«Σεφ, ποια είναι η μαγική συνταγή για ένα καλό ρύζι

Ο Gaggan δεν σήκωσε καν το βλέμμα. Ανακάτεψε την κατσαρόλα και είπε:

«There is no magic. Its just a fuckinrice.»

Το βράδυ, η Chinatown της Μπανγκόκ άνοιξε τον δρόμο για το Potong της σεφ Pam. Το κτίριο, πενταόροφο και στενό, κάποτε φιλοξενούσε την οικογενειακή επιχείρηση βοτάνων η οποία είναι και το θεμέλιο του εστιατορίου.


Η Pam, ανακηρυγμένη καλύτερη γυναίκα σεφ στον κόσμο για το 2025, δεν δουλεύει μόνο με τεχνικές, δουλεύει όπως η ίδια μας εξήγησε με μνήμες. Το tasting menu της δεν βασίζεται σε εντυπωσιασμούς αλλά ακολουθεί μια προσωπική γραμμή που ενώνει το παρελθόν της οικογένειάς της με την αστική ενέργεια της σημερινής Chinatown.

Η προσέγγισή της στη σύγχρονη ταϊλανδοκινεζική κουζίνα στηρίζεται στον χρόνο: δικές τους ζυμώσεις, kombucha, σπιτικές soy sauces και μακράς διάρκειας infusions. Η πάπια 14ήμερης ωρίμανσης, μαριναρισμένη με πέντε μπαχαρικά και ψημένη για 13 λεπτά σε υψηλή θερμοκρασία, ήταν από τις καλύτερες που έχω δοκιμάσει ενώ το μαύρο κοτόπουλο, τυλιγμένο σε ζύμη, ήταν ένα από τα highlights της βραδιάς.

Φεύγοντας από το εστιατόριο με ένα ακόμα αστέρι Michelin να προστίθεται στη φαρέτρα μου, η σεφ Pam μας αποχαιρέτησε με μια σακούλα που έκρυβε μέσα της ένα μικρό “διαμάντι”. Μια συσκευασία με το καλύτερο mango sticky rice της πόλης έτοιμο προς κατανάλωση. Οι γνώστες ξέρουν, αλλά για όλους τους υπόλοιπους κάντε μια χάρη στον εαυτό σας και βρείτε ή φτιάξτε μόνοι σας αυτό το παραδοσιακό επιδόρπιο της Νοτιοανατολικής Ασίας. Δεν υπάρχει γυρισμός…

16 Νοεμβρίου 2025

Την επόμενη μέρα, το μεσημέρι, έφτασα στο Sühring. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη και το εστιατόριο κρυμμένο μέσα σε έναν καταπληκτικό εξωτικό κήπο. Από την πρώτη στιγμή ένιωσα ότι μπαίνω στο πιο elegant περιβάλλον ολόκληρου του ταξιδιού. Και δικαιολογημένα πιστεύω, λίγες μέρες αργότερα έλαβε το τρίτο του αστέρι Michelin.


Οι δίδυμοι αδερφοί Sühring ήταν εκεί, χαμογελαστοί, ευγενικοί, αλλά απόλυτα συγκεντρωμένοι στη δουλειά τους. Πέρασα μέσα στην κουζίνα για να δω από κοντά τον τρόπο που λειτουργεί η ομάδα τους. Στο τραπέζι οι γεύσεις ήταν κατά βάση επηρεασμένες από την παιδική τους ηλικία στη Γερμανία, φτιαγμένες όμως με πρώτες ύλες που βρίσκουν στην Ταϊλάνδη. Το μόνο που παρέμενε πιστό στην πατρίδα τους ήταν το αλεύρι για το ψωμί το οποίο και κάνουν εισαγωγή.

Η γενναιοδωρία τους ήταν εντυπωσιακή: λευκή τρούφα που έπεφτε χωρίς φειδώ και imperial beluga χαβιάρι που υπήρχε σχεδόν πάνω στο τραπέζι καθ’ όλη τη διάρκεια του γεύματος. Το πιάτο που με αιφνιδίασε θετικά ήταν μια συσκευασμένη γκοφρέτα με φουα γκρά και μαρμελάδα βερίκοκο, η δική τους μνήμη από τα παιδικά τους χρόνια, μεταμορφωμένη σε μπουκιά τριάστερου εστιατορίου.

Το wine pairing ξεκίνησε με σαμπάνια, λευκά, και σταδιακά προς τα κόκκινα κρασιά. Ανάμεσα σε όλα αυτά, δοκιμάσαμε κι ένα πόσιμο ξύδι 12ετούς ωρίμανσης που με εντυπωσίασε με την ισορροπία του. Αν είχα χώρο στις αποσκευές, θα αγόραζα σίγουρα ένα μπουκάλι χωρίς δεύτερη σκέψη. Το Sühring ήταν μια από τις πιο ήσυχες αλλά και πιο δυνατές εμπειρίες του ταξιδιού. Ένα γεύμα που κράτησε σχεδόν 3,5 ώρες που όμως κύλισαν μαγικά εύκολα, σαν νερό.


Το ίδιο βράδυ, αλλάζοντας τελείως ρυθμό, βρεθήκαμε στο Ms Maria & Mr Singh. Η ιδέα του ξεκινάει από μια ρομαντική ιστορία: την αγάπη ανάμεσα σε έναν Ινδό και μια Μεξικάνα, ένα ζευγάρι που ενώνει δύο από τις πιο έντονες κουζίνες του κόσμου. Και πράγματι, αυτό ακριβώς συμβαίνει στα πιάτα τους. Η ατμόσφαιρα ήταν χαλαρή, πολύ πιο ανάλαφρη σε σχέση με οτιδήποτε είχα ζήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή στο ταξίδι. Ένα μέρος που δεν παίρνει τον εαυτό του υπερβολικά σοβαρά. Comfort γεύσεις, καλοδουλεμένες αλλά χωρίς επιτήδευση, πιάτα που κουβαλούν τη ζεστασιά της ινδικής κουζίνας και το πικάντικο θράσος της μεξικάνικης. Καυτερές εντάσεις, μικρές εκρήξεις γεύσης που φτιάχνουν ένα μενού άμεσο και προσιτό. Η κάβα κινήθηκε σε ευρωπαϊκά μονοπάτια: Κρασιά από Αυστρία, Ισπανία, Γερμανία αλλά και μαργαρίτες που έδεναν ιδανικά με τον χαρακτήρα της κουζίνας.

17 Νοεμβρίου 2025

Προς το μεσημέρι βρεθήκαμε στη Chinatown, σε ένα από αυτά τα σημεία που δεν βρίσκεις εύκολα σε ένα ταξιδιωτικό οδηγό αλλά μόνο αν σε πάει κάποιος που ξέρει. Ένα μικρό μαγαζί με πλαστικές καρέκλες με τα τραπέζια κολλημένα σχεδόν πάνω στο δρόμο και έναν ηλικιωμένο άντρα μαζί με τη συζηγό του που έφτιαχνε noodles στην άκρη του πεζοδρομίου.


Εκεί έτρωγαν μόνο ντόπιοι. Πολλοί μαθητές, με τις σχολικές τσάντες ακόμα στον ώμο, και αρκετοί σεφ από καλά εστιατόρια που έρχονται εδώ για το πραγματικό comfort food της πόλης. Τα noodles ήταν εξαιρετικά: Glass noodles, egg noodles, διαφορετικοί ζωμοί, έξτρα τραγανή πέτσα ψαριού για να τρίψεις από πάνω με τα πιο πολλά τόσο πικάντικα που με έκαναν να ιδρώσω ακόμα περισσότερο.

Αμέσως μετά, η διαδρομή μάς οδήγησε σε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο: το κτήριο της Louis Vuitton. Στον επάνω όροφο βρίσκεται το εστιατόριο της εταιρείας, το μενού του οποίου επιμελείται ο Gaggan Anand. Η αντίθεση με τα noodles της Chinatown ήταν σχεδόν κωμική: elegant διακόσμηση, άψογο σέρβις, σημεία που είχαν δουλευτεί μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια σε ένα εστιατόριο που λειτουργεί σαν προέκταση της μπουτίκ.


Και όμως, μέσα σε όλη αυτή τη στιλπνότητα, υπήρχε ένα πιάτο που πρόδιδε αμέσως τον Gaggan: ένα espresso martini που δεν το δοκιμάζεις, το… γλείφεις. Μόνο εκείνος θα είχε την τόλμη να εντάξει ένα τέτοιο παιχνίδι σε τόσο αυστηρό περιβάλλον και να λειτουργήσει.

Μετά το γεύμα, κατεβήκαμε στο exhibition της Louis Vuitton, μια έκθεση αφιερωμένη στις τσάντες της εταιρείας, από τις πρώτες δημιουργίες μέχρι τα πιο σύγχρονα κομμάτια. Μια μικρή ιστορική αναδρομή στο brand μέσα από αντικείμενα που έχουν πια αποκτήσει πολιτισμικό βάρος.

Το ίδιο βράδυ, επέστρεψα εκεί όπου ουσιαστικά ξεκίνησε όλο το ταξίδι: στο εστιατόριο Gaggan. Πολλά έχουν ήδη γραφτεί, και δικαίως για αυτή την εμπειρία, ειδικά από τον Τάσο Μητσελή που την είχε περιγράψει πριν από δυο χρόνια με ακρίβεια στο FNL. Παρ’ όλα αυτά, για μένα ήταν ξεκάθαρα η κορυφαία εστιατορική εμπειρία της ζωής μου μέχρι σήμερα. Και δεν μιλάω για το φαγητό. Όποιος κουβαλάει μέσα του μια πραγματική σχέση με τη μουσική και το fine dining καταλαβαίνει ότι ο συνδυασμός των δύο μπορεί να δημιουργήσει κάτι που ξεπερνά τις κλασικές νόρμες της γαστρονομίας. Κάτι που δεν ξέρω αν επαναλαμβάνεται κάπου αλλού στον κόσμο.

Το γεύμα πλέον χωρίζεται σε τέσσερα acts: Ιαπωνία, Ινδία, Ταϊλάνδη και Communal Cooking. Κάθε act έχει δικό του κώδικα, δική του ενέργεια και δικό του soundtrack. Η μουσική δεν είναι συνοδευτικό στοιχείο αλλά η ραχοκοκαλιά του service. Τα πιάτα, φωτισμένα ή σκοτεινά ανάλογα με τη στιγμή, αλλάζουν νόημα ανάλογα με το τραγούδι και τις μικρές παύσεις του Gaggan ανάμεσα σε κάθε course. Και πλέον, με το πρώτο του αστέρι Michelin να επιστρέφει μετά από χρόνια κόντρας με τον θεσμό, το όλο concept μοιάζει να κλείνει έναν κύκλο και να ανοίγει έναν καινούργιο.

18 Νοεμβρίου 2025

Το επόμενο βράδυ βρεθήκαμε στο Nusara, το δεύτερο εστιατόριο του σεφ Ton. Βρίσκεται λίγα μέτρα από τον Ναό του ξαπλωμένου Βούδα, και η θέα από τα μεγάλα παράθυρά του είναι εντυπωσιακή. Ο Ton περιγράφει την κουζίνα του Nusara ως “Colorful Thai Cuisine”. Ούτε παραδοσιακή ούτε μοντέρνα αλλά κάτι το ενδιάμεσο.Το γεύμα ξεκινάει με μικρές, παιχνιδιάρικες μπουκιές και στη συνέχεια περνάει σε πιο comfort στυλ πιάτων, ένα format που κάνει το fine dining να μοιάζει λιγότερο στημένο. Η κουζίνα έχει ένταση, χρώμα χωρίς να γίνεται καθόλου φλύαρη. Είναι ο σεφ Ton σε μια πιο προσωπική εκδοχή του, μακριά από το αυστηρό πλαίσιο του Le Du. Προσωπικά αυτή η εκδοχή μου άρεσε ένα κλικ παραπάνω από το LeDu το οποίο και θεώρησα λίγο ψυχρό. 

19 Νοεμβρίου 2025

Το τελευταίο γεύμα του ταξιδιού ήταν και ο αποχαιρετισμός. Το βράδυ πετούσα για Μόναχο και από εκεί για Αθήνα, αλλά πριν τα αεροδρόμια, υπήρχε ακόμη μια στάση: το Sra Bua by Kiin Kiin, μέσα στο υπερπολυτελές ξενοδοχείο Kempinski. Εκεί μας υποδέχθηκε ο σεφ Berm Chayawee ο οποίος μας οδήγησε στην κουζίνα του εστιατορίου για να δούμε τον τρόπο που δουλεύει η μπριγάδα του. Πίσω όμως από την καθημερινή λειτουργία του Sra Bua, υπάρχει μια δεύτερη φιγούρα: ο Henrik Yde-Andersen, ο Δανός σεφ που συνέλαβε την αρχική ιδέα. Ζώντας χρόνια στην Ταϊλάνδη, κατάφερε να συνδυάσει την τοπική παράδοση με ευρωπαϊκές τεχνικές και να δημιουργήσει ένα fine dining concept που έγινε σημείο αναφοράς.

Τα πιάτα που δοκιμάσαμε ήταν σχεδόν κινηματογραφικά: λεπτοδουλεμένα, ρομαντικά, σαν να προέρχονται από μια ταινία διασκευής παραμυθιού της Disney με μια εξαιρετική σούπα μανιταριών, η εκχύλιση της οποίας γινόταν μπροστά μας, να ξεχωρίζει.

Το Sra bua by Kiin Kiin ήταν το ιδανικό τελευταίο κεφάλαιο σε ένα ταξίδι που τα είχε όλα. Από street food σε πλαστικές καρέκλες, μια σπιτική κουζίνα ενός διάσημου σεφ, μέχρι το τριάστερο Suhring. Το καλύτερο όλων; Όταν ξεκίνησα να γράφω αυτό το κείμενο τα εστιατόρια που επισκέφθηκα είχαν συνολικά τέσσερα αστέρια Michelin. Όταν τελείωσα, είχαν φτάσει τα επτά. Να είμαστε καλά και ραντεβού στην Μπανγκόκ το 2027 όπου και θα ανοίξει στην ανανεωμένη του μορφή το νέο Gaggan.

Η Κλίμακα της Βαθμολογίας
Η κεντρική βαθμολογία στις κριτικές των εστιατορίων αφορά τη γεύση και μόνο, όπως άλλωστε και στα FNL Best Restaurant Awards.

0 - 4
Κακό
4.5 - 5
Μέτριο
5.5
Αποδεκτό
6 - 6.5
Καλό
7 - 7.5
Πολύ Καλό
8 - 8.5
Εξαιρετικό
9 - 10
Άριστο
*«βελάκι-σύμβολο»: το βελάκι προς τα πάνω, δεξιά από τον βαθμό, αν εμφανίζεται, συμβολίζει εστιατόριο που είναι κοντά στο να ανέβει το επόμενο βαθμολογικό σκαλοπάτι.
Σχόλια Χρηστών

Συνδεθείτε ή Εγγραφείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση