Η δυνατότητα να εργάζεται κανείς από οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη προσφέρει μια σταθερή σύνδεση στο διαδίκτυο δεν είναι πλέον ένα φουτουριστικό σενάριο, αλλά μια καθημερινή πραγματικότητα για εκατομμύρια επαγγελματίες παγκοσμίως. Όμως, πίσω από τα εντυπωσιακά Instagram φίλτρα, τις καρτ ποστάλ φωτογραφίες και τις υποσχέσεις για απόλυτη ανεξαρτησία, ξεδιπλώνεται μια πολύ πιο σύνθετη εικόνα. Είναι τελικά ο ψηφιακός νομαδισμός η υπέρτατη μορφή ελευθερίας ή μήπως κρύβει μια νέα, εκλεπτυσμένη μορφή σύγχρονης απομόνωσης;
Η γοητεία της ελευθερίας
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το μοντέλο αυτό προσφέρει προνόμια που πριν από λίγες δεκαετίες φάνταζαν αδιανόητα. Η κατάργηση της καθημερινής μετακίνησης, η αποδέσμευση από το αυστηρό οκτάωρο και η δυνατότητα να διαμορφώνει κανείς το περιβάλλον εργασίας του σύμφωνα με τις επιθυμίες του, χαρίζουν μια πρωτόγνωρη αίσθηση αυτονομίας. Γυμναστές προσφέρουν συνεδρίες μέσω του laptop τους σε συνδρομητές από όλο τον κόσμο, ενώ εκείνοι έχουν μεταφερθεί για παράδειγμα από την Ελλάδα σε ένα εξωτικό νησί και στη συνέχεια σε κάποια χώρα της Λατινικής Αμερικής, αλλά και ζευγάρια με παιδιά προσφέρουν εργάζονται διαδικτυακά από κάποιο ελληνικό νησί, ενώ έχουν μετακομίσει από την Αμερική. Για πολλούς, ο νομαδισμός είναι ένας τρόπος να συνδυάσουν την επαγγελματική εξέλιξη με την ταξιδιωτική εξερεύνηση. Η επαφή με διαφορετικές κουλτούρες, η εκμάθηση νέων γλωσσών και η προσαρμογή σε μεταβαλλόμενα περιβάλλοντα διευρύνουν τους ορίζοντες και ενισχύουν τη δημιουργικότητα τους. Παράλληλα, η οικονομική ευελιξία —το να κερδίζει κανείς μισθό σε ισχυρό νόμισμα ενώ ζει σε μια χώρα με χαμηλότερο κόστος ζωής— προσφέρει μια ποιότητα καθημερινότητας που δύσκολα επιτυγχάνεται στις αστικές μητροπόλεις της Δύσης.
Η αόρατη πλευρά: Το τίμημα της διαρκούς μετακίνησης
Όμως, οι ψηφιακοί νομάδες κινούνται συχνά σε παράλληλους κόσμους από τις τοπικές κοινωνίες. Συχνάζουν σε συγκεκριμένα co-working spaces, μένουν σε καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης και συναναστρέφονται με άλλους ταξιδιώτες. Αυτό δημιουργεί μια «φούσκα» παροδικών σχέσεων. Όταν οι άνθρωποι γύρω σου αλλάζουν κάθε λίγους μήνες —ή ακόμα και εβδομάδες— η οικοδόμηση βαθιών, ουσιαστικών φιλικών δεσμών γίνεται εξαιρετικά δύσκολη. Το να λες συνεχώς «αντίο» δημιουργεί μια συναισθηματική κόπωση, οδηγώντας πολλούς στο να χτίζουν άμυνες και να αποφεύγουν τη δεσμευτική οικειότητα. Εξάλλου η ευελιξία του να δουλεύεις «οποτεδήποτε και από οπουδήποτε» συχνά μετατρέπεται στην παγίδα του να δουλεύεις «πάντα και παντού». Χωρίς τη φυσική έξοδο από ένα γραφείο, η εργασία εισβάλλει στον προσωπικό χρόνο. Η διαχείριση διαφορετικών ζωνών ώρας με συνεργάτες ή πελάτες στην άλλη άκρη του κόσμου συχνά καταστρέφει το πρόγραμμα ύπνου και τις κοινωνικές δραστηριότητες. Αλλά, οι οπαδοί αυτού του τρόπου διαβίωσης και επαγγελματικής εργασίας, θεωρούν ότι το να γνωρίζεις τόσες διαφορετικές κουλτούρες και τόπους, αντισταθμίζει με τον καλύτερο τρόπο εκείνα που «χάνεις». Η αλήθεια είναι ότι ο άνθρωπος είναι ένα κοινωνικό ον που χρειάζεται ρίζες, σταθερότητα και κοινότητα. Πράγματα βέβαια αναγκαία στις πιο ώριμες ηλικίες για αυτό το λόγο φυσικά, οι ψηφιακοί νομάδες ανήκουν στην συντριπτική τους πλειοψηφία στις ηλικίες μεταξύ 25-35 ετών, καθώς στους μεγαλύτερους, η διαρκής αλλαγή τοπίου στερεί την πολυπόθητη αίσθηση του «ανήκειν» σε ένα τόπο, μια γειτονιά και μια ομάδα.

Από τoυς digital nomads στους slowmads, μια αναζήτηση ισορροπίας
Αναγνωρίζοντας τις παγίδες της διαρκούς κίνησης, μια νέα τάση αναδύεται μέσα στην ίδια την κοινότητα: οι λεγόμενοι Slowmads. Πρόκειται για επαγγελματίες που επιλέγουν να μένουν σε έναν προορισμό για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα, από έξι μήνες έως έναν χρόνο, ειδικότερα τα ζευγάρια που έχουν παιδιά. Αυτή η πιο αργή προσέγγιση επιτρέπει την ουσιαστική ενσωμάτωση στην τοπική κοινωνία, τη δημιουργία βαθύτερων φιλιών και την αποκατάσταση μιας υγιούς καθημερινής ρουτίνας. Οι Slowmads δεν καταναλώνουν ταξιδιωτικές εμπειρίες με βιασύνη, αλλά χτίζουν μια προσωρινή, πλην αληθινή, δεύτερη ζωή σε κάθε τους σταθμό. Ουσιαστικά ανακαλύπτουν την τέχνη του να «επιβραδύνεις» το ταξίδι και να αποκτάς κατά κάποιο τρόπο ρίζες σε κάθε νέο προορισμό. Είναι γεγονός, ότι οι slowmads, δηλαδή οι «αργοί» ψηφιακοί νομάδες που επιλέγουν να μένουν μεγάλα χρονικά διαστήματα σε ένα προορισμό, κερδίζουν σημαντικά πλεονεκτήματα σε πολλούς τομείς. Γλιτώνουν από την πνευματική και σωματική εξάντληση που προκαλούν οι συνεχείς μετακινήσεις, το πακετάρισμα, τις πτήσεις και τη διαρκή αναζήτηση νέου καταλύματος. Δεν χρειάζεται να ανακαλύπτουν από την αρχή κάθε λίγες μέρες πού είναι το σούπερ μάρκετ, το φαρμακείο ή το καλό Wi-Fi και δημιουργούν μια πιο σταθερή καθημερινή ρουτίνα που προσφέρει συναισθηματική ασφάλεια και περισσότερη σιγουριά γενικότερα.
Βαθύτερες κοινωνικές σχέσεις και σύνδεση με την κοινότητα
Καθώς οι slowmads έχουν περισσότερο χρόνο πριν αποφασίσουν το επόμενο ταξίδι τους, ξεπερνούν τις επιφανειακές γνωριμίες του τύπου «από που έρχεσαι» και «τι δουλειά κάνεις». Εντάσσονται στη γειτονιά γνωρίζουν ανθρώπους και αποκτούν τα δικά τους στέκια, χωρίς πλέον να αισθάνονται «ξένοι» και «τουρίστες. Πάνω από όλα, σταματούν τον σύντομο χρονικά ψυχοφθόρο κύκλο του να λένε συνεχώς αντίο, σε ανθρώπους που γνώρισαν πριν από μία εβδομάδα. Παράλληλα, χωρίς του περισπασμούς των συνεχών ταξιδιών, αφιερώνονται σε πιο απαιτητικά projects, διατηρούν σταθερές ώρες σύνδεσης με τους συνδρομητές τους και σίγουρα κερδίζουν ένα πιο ποιοτικό πρόγραμμα ύπνου και ξεκούρασης. Από την άλλη, οι μηνιαίες και πιο μακροχρόνιες μισθώσεις είναι σαφώς φθηνότερες οικονομικά από τις ημερήσιες κρατήσεις ή εκείνες των λίγων ημερών, αλλά και τα έξοδα των μετακινήσεων συρρικνώνονται, ενώ μαθαίνουν να αποφεύγουν τις τουριστικές παγίδες καθώς ανακαλύπτουν τοπικές αγορές τροφίμων και τη μαγειρική στο σπίτι.

Μια αυθεντική πολιτισμική εμπειρία
Στον παραδοσιακό τουρισμό —αλλά και στον γρήγορο ψηφιακό νομαδισμό— η επαφή με έναν νέο τόπο είναι συχνά «αποστειρωμένη». Περιορίζεται σε μια λίστα από αξιοθέατα, φωτογραφίες μπροστά από μνημεία, γεύματα σε εστιατόρια που προτείνουν τα ταξιδιωτικά blogs και σύντομες αλληλεπιδράσεις με προσωπικό ξενοδοχείων. Ο ταξιδιώτης παραμένει ένας παρατηρητής πίσω από μια βιτρίνα, καταναλώνοντας την κουλτούρα σαν προϊόν. Για τους Slowmads, η παράγραφος «Πολιτισμική Εμπειρία» αποκτά ένα τελείως διαφορετικό, βαθύτερο νόημα. Όταν η διαμονή σε ένα μέρος μετριέται σε μήνες και όχι σε μέρες, αυτή η βιτρίνα σπάει και αποκαλύπτεται ο πραγματικός παλμός της τοπικής κοινωνίας. Οι slowmads μαθαίνουν την τοπική γλώσσα, την κουλτούρα, την ιστορία και τις συνήθειες του μέρους που τους φιλοξενεί, πέρα από τα τουριστικά αξιοθέατα και παράλληλα μειώνουν το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα (λιγότερες πτήσεις), ενώ στηρίζουν ουσιαστικά την τοπική οικονομία και τις μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις. Όταν μένεις σε μια χώρα για 6 ή 12 μήνες, η εκμάθηση της τοπικής γλώσσας παύει να είναι απλώς μια ευγενική χειρονομία (όπως το να μάθεις να λες «ευχαριστώ» και «παρακαλώ»). Γίνεται εργαλείο καθημερινής επιβίωσης και σύνδεσης. Οι Slowmads αποκτoύν τον χρόνο για να παρακολουθήσουν μαθήματα, να εξασκηθούν στις καθημερινές τους συναλλαγές και να κατανοήσουν όσο γίνεται την ντοπιολαλιά, τα αστεία, τους ιδιωματισμούς και το ιδιαίτερο χιούμορ της κοινότητας. Μέσα από τη γλώσσα κατανοούν περισσότερα, καθώς ξεκλειδώνει και ο τρόπος με τον οποίο οι ντόπιοι αντιλαμβάνονται τον χρόνο, τις σχέσεις, την εργασία και τη ζωή.

Η γοητεία της καθημερινότητας
Ίσως επικριθεί αυτή η άποψη, αλλά η πραγματική κουλτούρα ενός τόπου δεν βρίσκεται στα μουσεία, αλλά στις μικρές, επαναλαμβανόμενες στιγμές της καθημερινότητας. Εκείνες που περιλαμβάνουν τις λαϊκές αγορές, τα εποχικά προϊόντα, τη συνομιλία με τους τοπικούς μικρούς παραγωγούς και τις μαγειρικές παραδόσεις. Μετά από το μεγάλο κύμα των digital nomads και τα συνεχή ταξίδια λίγων ημερών, οι slowmads θέλουν να γνωρίσουν καλύτερα τον τόπο που επισκέπτονται και λειτουργούν με όρους αναγεννητικού τουρισμού. Οι Slowmads επαναπροσδιορίζουν την έννοια της «πατρίδας». Αποδεικνύουν ότι το «σπίτι» δεν είναι αναγκαστικά ένας μόνιμος γεωγραφικός τόπος για όλη σου τη ζωή, αλλά ούτε και ένα κρύο δωμάτιο ξενοδοχείου για τρεις μέρες. Σπίτι είναι η ικανότητά σου να ριζώνεις συναισθηματικά εκεί που βρίσκεσαι, έστω κι αν είναι για έξι ή δέκα μήνες.

Συνδεθείτε ή Εγγραφείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση