Ξενοδοχειακά συγκροτήματα και resorts ανά τον κόσμο, επενδύουν στη γαστρονομία επειδή γνωρίζουν πολύ καλά ότι οι επισκέπτες της πολυτελούς φιλοξενίας περιμένουν πλέον κάτι πολύ περισσότερο από μια όμορφη πισίνα ή μια εντυπωσιακή σουίτα. Δημιουργούν καλά εστιατόρια, προσκαλούν γνωστούς chef και διαμορφώνουν εντυπωσιακές λίστες κρασιών που μπορούν να σταθούν με άνεση απέναντι σε αξιόλογα εστιατόρια των αστικών κέντρων. Στην περίπτωση του Parga Beach Resort όμως, η γαστρονομία φαίνεται ότι έχει και έναν διαφορετικό ρόλο. Δεν αναβαθμίζει μόνο την εμπειρία διαμονής, αλλά λειτουργεί ως τρόπος γνωριμίας με τον τόπο.
Αυτό γίνεται αντιληπτό πριν ακόμα ο επισκέπτης καθίσει σε κάποιο από τα εστιατόρια του resort. Χτισμένο πάνω στην βραβευμένη παραλία του Βάλτου, απέναντι από το ενετικό κάστρο της Πάργας, το Parga Beach Resort δεν είναι ένα σύνηθες μεγάλο ξενοδοχειακό συγκρότημα. Τα ανεξάρτητα bungalows, οι κήποι, τα μονοπάτια ανάμεσα στο πράσινο και τα μικρά μποστάνια, δημιουργούν την αίσθηση ενός μικρού οικισμού, δίχως επιτηδευμένα διακοσμητικά στοιχεία και πολυτέλειες που επιβάλλονται με το έτσι θέλω. Αντίθετα, οι αναφορές σε βενετσιάνικες επιρροές και στην ηπειρώτικη παράδοση συνυπάρχουν με απόλυτη αρμονία.
Μικρές λεπτομέρειες υπηρετούν αυτή τη λογική. Έμαθα για παράδειγμα, ότι τα υφαντά μαξιλάρια που κάθισα στο εστιατόριο Lianolia δεν προέρχονται από μαζική παραγωγή ξενοδοχειακού εξοπλισμού αλλά από μια γυναίκα που εξακολουθεί να δουλεύει τον αργαλειό της στο Μέτσοβο, μια πληροφορία που φανερώνει πλήρως τη φιλοσοφία του ξενοδοχείου και περισσότερο βοηθητική από οποιοδήποτε προωθητικό κείμενο που θα διάβαζα σ` ένα site.
Η Ρόη Ιωάννου, αφήνοντας πίσω την επαγγελματική της πορεία σε αρχιτεκτονικό γραφείο στις Ηνωμένες Πολιτείες, επέστρεψε στην Ελλάδα για να αναλάβει μαζί με τον αδελφό της, Χρήστο, τη νέα πορεία του οικογενειακού ξενοδοχείου. Στη συζήτηση μας, δεν ανέφερε τίποτα για πολυτέλεια, πισίνες και σουίτες αλλά αντίθετα μου μίλησε για την επιθυμία τους να δημιουργήσουν έναν χώρο που να έχει ξεχωριστή προσωπικότητα και να αντικατοπτρίζει την ιστορία του τόπου στον οποίο βρίσκεται.
Το να μετατραπεί αυτή η φιλοσοφία σε καθημερινή πράξη μέσω της γαστρονομίας είναι η ευθύνη του executive chef Στράτου Χαϊταρίδη. Πρόκειται για μια αποστολή πολύ πιο απαιτητική απ’ όσο ακούγεται. Ο Χαϊταρίδης δεν διαχειρίζεται ένα εστιατόριο, αλλά τρεις διαφορετικές κουζίνες, καθεμία με τη δική της προσωπικότητα, το δικό της κοινό και τις δικές της απαιτήσεις που μάλιστα, είναι πολλές. Παρ’ όλα αυτά, καταφέρνει να διατηρεί μια κοινή γαστρονομική κατεύθυνση με επιτυχία.

Η πρώτη στάση αυτής της ιδέας είναι το Iporia, το all day εστιατόριο του resort και για μένα ίσως το πιο δύσκολο εγχείρημα. Από την ίδια κουζίνα εξυπηρετούνται όσοι βρίσκονται στην παραλία, στην πισίνα αλλά και εκείνοι που επιλέγουν να καθίσουν για ένα ολοκληρωμένο γεύμα α λα καρτ. Σε αντίστοιχες περιπτώσεις, η ανάγκη να καλυφθούν τόσο διαφορετικές απαιτήσεις οδηγεί συνήθως σε συμβιβασμούς, εδώ όμως διαπίστωσα πιάτα που βγαίνουν προσεγμένα ακόμα και στην οπτική τους παρουσίαση.
Η δροσερή σαλάτα με παντζάρι και γιαούρτι είχε όλη τη φρεσκάδα και την ισορροπία που περιμένει κανείς από ένα καλοκαιρινό πιάτο χωρίς να γίνεται περισσότερο σύνθετη απ’ όσο χρειάζεται. Η τσιπούρα με κους-κους κουνουπιδιού ήταν εντυπωσιακά νόστιμη, το φρέσκο ψάρι ημέρας είχε πάνω του όλο τον σεβασμό της απλότητας που απαιτούσε η πρώτη ύλη, ενώ το cheesecake μπακλαβά ήταν ένα επιδόρπιο που θα θυμάμαι για πολύ καιρό. Το σημαντικότερο όμως στοιχείο του Iporia για μένα, ήταν ότι δεν αντιμετωπίζεται ως το “εύκολο” εστιατόριο του ξενοδοχείου. Αντίθετα, έχει όλη την φροντίδα που συναντά κανείς σε όλα τα γαστρονομικά concepts του resort.

Και αν το Iporia εκφράζει τη σχέση της Πάργας με τη θάλασσα και τον χαλαρό ρυθμό των διακοπών, το Lianolia αποτελεί την πιο ολοκληρωμένη έκφραση της φιλοσοφίας του ξενοδοχείου. Την γαστρονομική επιμέλεια υπογράφει η Γεωργιάννα Χιλιαδάκη, η οποία επέλεξε να μην παρουσιάσει ένα ακόμα μενού σύγχρονης ελληνικής κουζίνας. Το concept βασίζεται στην συνύπαρξη της βενετσιάνικης γαστρονομικής επιρροής και των ηπειρώτικων γεύσεων. Δεν πρόκειται για fusion πειραματισμούς που ψάχνουν ευκαιρία να εντυπωσιάσουν, αλλά έχει ενδιαφέρον που κάθε πιάτο φαίνεται να ξεκινά από την ιστορία του τόπου καταλήγοντας σε μια σύγχρονη προσέγγιση.
Για μένα το καλύτερο παράδειγμα αυτής, ήταν ο μπακαλιάρος bianco με μια αιθέρια κρέμα σκόρδου που με άφησε κυριολεκτικά αποσβολωμένο. Το κανελόνι παστίτσιο παρόλο που πήρε την ελληνική οικογενειακή κουζίνα μεταφέροντας την σε ένα διαφορετικό περιβάλλον, δεν αλλοίωσε καθόλου την ταυτότητα της ενώ τα spaghetti alla vongole έδεσαν τρομερά με το chili, φτάνοντας στο τραπέζι άψογα βρασμένα. Ιδιαίτερη μνεία ωφείλω να κάνω στον μπακλαβά Ηπείρου με κρέμα φιστικιού και παγωτό fior di latte που ήταν για μένα το καλύτερο γλυκό που δοκίμασα καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής μου στο ξενοδοχείο.

Κι όμως, αν έπρεπε να διαλέξω ένα μόνο εστιατόριο από τα τρία, πιθανότατα θα επέλεγα το Kokona. Όχι επειδή είναι καλύτερο από το Lianolia, αλλά επειδή εκεί ένιωσα έντονα τη σύνδεση με τον τόπο στον οποίο βρέθηκα. Ο χώρος παραπέμπει στην πλατεία ενός ορεινού χωριού, με τον ξυλόφουρνο να αποτελεί το επίκεντρο της εμπειρίας. Η ηπειρώτικη πίτσα με μετσοβέλα, καπνιστό σαλάμι Ιωαννίνων και άγρια μανιτάρια Πίνδου ήταν μαγική. Οι χυλοπίτες με καπνιστό μπέικον, φρέσκια τρούφα και κεφαλογραβιέρα Ηπείρου δεν ήθελα να τελειώσουν, ενώ ο κόκορας παστιτσάδα με κριθαράκι και πεκορίνο Αμφιλοχίας άφησε βαθειά το στίγμα του στο δείπνο. Το “κλέφτικο¨που έφτασε στο τραπέζι κατευθείαν από τον ξυλόφουρνο ήταν ο ορισμός της παραδοσιακής γεύσης ενώ το μοσχαράκι με καραμελωμένα αχλάδια αποτέλεσε την elegant αλλά πεντανόστιμη στιγμή της βραδιάς. Από τα επιδόρπια ξεχώρισα το εξαιρετικό ρυζόγαλο crème brûlée με παγωτό κανέλα.
Το Kokona είναι για μένα το είδος του εστιατορίου στο οποίο μπορείς εύκολα να επιστρέφεις ξανά και ξανά κατά τη διάρκεια των διακοπών σου, επιλέγοντας διαφορετικά αλλά εξίσου βαθειά νόστιμα παραδοσιακά πιάτα κάθε φορά, κάτι που θεωρώ πολύ εντυπωσιακό για ένα εστιατόριο που λειτουργεί μέσα σε resort.
Η προσοχή στη λεπτομέρεια, όμως, δεν σταματά εδώ. Σε έναν μικρό χώρο του ξενοδοχείου, ο διευθυντής του, Βασίλης Ανδρικόπουλος αφιερώνει μέρος του χρόνου του εμφιαλώνοντας δεκάδες μπουκάλια με σπιτικές ανθρακούχες λεμονάδες και cocktails, όπως Paloma, Mojito και Aperol, τα οποία σερβίρονται αποκλειστικά στους χώρους του Parga Beach. Μια διαδικασία που οι πιο πολλοί δεν θα δουν ποτέ και γι’ αυτό ίσως έχει περισσότερη αξία.
Το ίδιο ισχύει και για μια απόφαση που πιθανότατα θα περάσει απαρατήρητη στους περισσότερους επισκέπτες. Όλα τα εστιατόρια διαθέτουν όχι μόνο παιδικά, αλλά και βρεφικά μενού. Προφανώς δεν είναι κάτι που θα κάνει κάποιον να επιλέξει ένα ξενοδοχείο αλλά είναι μια κίνηση που δείχνει ότι κάποιος έχει αφιερώσει χρόνο να σκεφτεί τις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων που θα φιλοξενήσει.
Σήμερα και λίγες μέρες μετά τη διαμονή μου στο Parga Beach Resort, διαπιστώνω ότι αυτό που μου έμεινε περισσότερο δεν ήταν κάποιο συγκεκριμένο πιάτο, όσο δύσκολο και αν μου είναι να ξεχάσω το μπακαλιάρο και τις χυλοπίτες. Είναι η συνέπεια στην κάθε επιλογή, από την αρχιτεκτονική και τη διακόσμηση μέχρι τα εστιατόρια και στην κάθε μικρή λεπτομέρεια της καθημερινότητας.
Είναι σύνηθες ότι πολλά ξενοδοχεία χρησιμοποιούν τη γαστρονομία για να αναβαθμίσουν την εμπειρία τους. Το συγκεκριμένο resort όμως, προσπαθεί και κάτι διαφορετικό. Χρησιμοποιεί τη γαστρονομία για να αφηγηθεί την ιστορία του τόπου στον οποίο βρίσκεται. Και όταν το φαγητό καταφέρνει να κάνει τον επισκέπτη να κατανοήσει έναν προορισμό, γίνεται αυτομάτως μέρος της ταυτότητας του.
*Φωτογραφίες: Σάββας Στανής

Συνδεθείτε ή Εγγραφείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση