Δημήτρης Αντωνόπουλος: «Το Athens Gastronomic Forum μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που σκεφτόμαστε τη γεύση»

16 Ιανουαρίου 2026
Τάσος Μητσελής
Με την υπογραφή του Δημήτρη Αντωνόπουλου, το πρώτο διεθνές γαστρονομικό συνέδριο στην Ελλάδα που θα πραγματοποιηθεί στις 9 και 10 Φεβρουαρίου 2026 στην Αθήνα φιλοδοξεί να φέρει την ελληνική γαστρονομία σε έναν ανοιχτό διάλογο με τον κόσμο, να ενεργοποιήσει ιδέες, να συνδέσει εμπειρίες και να αποδώσει στη γεύση τον ρόλο που της αναλογεί: εκείνον της πολιτισμικής πράξης.
  • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ: «ΤΟ ATHENS GASTRONOMIC FORUM ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΠΟΥ ΣΚΕΦΤΟΜΑΣΤΕ ΤΗ ΓΕΥΣΗ» | Θέματα

Από τι ορίζεται η αξία ενός γαστρονομικού συνεδρίου; Από τρία πράγματα: από το αν έχει λόγο ύπαρξης, από το ποιοι συμμετέχουν, και από το ποιος το υπογράφει. Κι όσο κι αν ακούγεται αυστηρό, αυτός ο κανόνας είναι τελικά ο πιο δίκαιος, γιατί ξεχωρίζει αμέσως το εφήμερο από το ουσιαστικό, το «κάτι που απλώς συμβαίνει για να συμβεί» από το «κάτι που ήρθε», εκείνη τη σπάνια στιγμή όπου μια γαστρονομική σκηνή κοιτάζει τον εαυτό της κατάματα, οργανώνει τη σκέψη της και αποφασίζει να μιλήσει ανοιχτά και να αποκτήσει τον ρόλο που της αξίζει: να γίνει πολιτισμική γλώσσα, πεδίο ιδεών, ένας τρόπος να μιλήσουμε για το παρόν και να σχεδιάσουμε το επόμενο βήμα. Σε έναν κόσμο που τα πάντα, οπότε συνεπώς και η γεύση αλλάζει με μεγάλη ταχύτητα - στις πρώτες ύλες, στο κλίμα, στην οικονομία της φιλοξενίας, στον τρόπο που ταξιδεύουμε, που τρώμε, ακόμα και στον τρόπο που δημιουργούμε - η κουζίνα βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο, ως εργαλείο σκέψης και πυροδότησης ιδεών. 

Σε αυτό ακριβώς το σημείο έρχεται το Athens Gastronomic Forum: ένα συνέδριο-πλατφόρμα με την υπογραφή του Δημήτρη Αντωνόπουλου, που στις 9 και 10 Φεβρουαρίου 2026, στην Τεχνόπολη στο κέντρο της Αθήνας που επιχειρεί να ανοίξει έναν ουσιαστικό διάλογο, όπου η γαστρονομία αντιμετωπίζεται ολιστικά: ως δημιουργία και τεχνική, ως αφήγημα και concept, ως μηχανισμός βιωσιμότητας, ως κοινωνική εμπειρία, ως τουριστική δύναμη υψηλής αξίας, και, τελικά, ως πολιτισμική πράξη.


Ο Δημήτρης Αντωνόπουλος βρίσκεται στον πυρήνα αυτής της ενέργειας με έναν καταλυτικό τρόπο. Παλαίμαχος δημοσιογράφος γεύσης και κριτικός εστιατορίων για τρεις δεκαετίες και πλέον, βαθιά συνδεδεμένος με την ελληνική σκηνή, αλλά ταυτόχρονα παρών στον διεθνή διάλογο εδώ και χρόνια, έχει ζήσει από μέσα τη δύναμη των μεγάλων γαστρονομικών συνεδρίων. Έχει δει τις αλλαγές που μπορούν να προκαλέσουν σε έναν δημιουργό, σε μια εστιατορική σκηνή, σε μια ολόκληρη χώρα. Και τώρα φέρνει αυτή την εμπειρία στην Αθήνα, σε ένα διήμερο που φιλοδοξεί να ενεργοποιήσει την πιο δημιουργική πλευρά της ελληνικής σκηνής: να την κάνει να μιλήσει με αυτοπεποίθηση, να συνδεθεί με τον κόσμο, να διεκδικήσει τον χώρο και την εμβέλεια που της αναλογεί.

Η κουβέντα μας ξεκίνησε με τη φύση του ίδιου του Athens Gastronomic Forum: τι ακριβώς είναι, ποια ανάγκη καλείται να καλύψει και με ποιον τρόπο επιχειρεί να λειτουργήσει.

Είναι πρωτίστως συνέδριο, με την έννοια ότι έχει πολύ συγκεκριμένη δομή. Και το λέω έτσι για να το διαφοροποιήσουμε λίγο και από γαστρονομικές εκδηλώσεις που έχουν γίνει στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς. Υπάρχει σκηνή, υπάρχει κουζίνα, υπάρχουν σεφ που θα αναπτύξουν διάφορα θέματα. Κάθε τριάντα λεπτά υπάρχει καινούργια παρουσίαση, πρόκειται για έναν συνεχή βομβαρδισμό ιδεών. Το έχω ζήσει αυτό σε συνέδρια του εξωτερικού και πάντα με εξιτάρει, γιατί βρίσκεσαι σε ένα περιβάλλον όπου τόσα δημιουργικά και φευγάτα μυαλά εκφράζονται, ο ένας ακούει τον άλλον, αντιδρά, σημειώνει, σκέφτεται. Οπότε, είναι και think tank, γιατί τα ερεθίσματα σε κινητοποιούν. Ανακαλύπτεις πλευρές της δουλειάς σου που μπορεί να μην τις είχες σκεφτεί ποτέ.»


Από εκεί άρχισε και η επόμενη σκέψη: τι συμβαίνει μέσα σε έναν τέτοιο χώρο, όταν οι ιδέες διαδέχονται η μία την άλλη και δημιουργούν μεταξύ τους ένα δίκτυο συνειρμών και συνδέσεων. Μπορεί ένα συνέδριο να λειτουργήσει σαν μηχανισμός σκέψης που ενεργοποιείται εκείνη τη στιγμή;

«Αυτό ακριβώς είναι και το λέω γιατί το έχω ζήσει πολλές φορές σε σπουδαία συνέδρια στο εξωτερικό. Ακούς έναν σεφ να μιλάει για μια τεχνική, μια προσέγγιση, έναν τρόπο να βλέπει τη γεύση. Πριν προλάβεις να το επεξεργαστείς, ακούς τον επόμενο, και κάπου εκεί, πυροδοτείται μέσα σου ένας μηχανισμός που γεννάει δικές σκέψεις πάνω σε ένα ζήτημα που μπορεί ποτέ να μην είχες φανταστεί. Ή βλέπεις έναν άλλον σεφ, ο οποίος αποφασίζει να απομονωθεί. Να φύγει από το κέντρο, από τη φασαρία, από τις νόρμες. Να πάει σε έναν τόπο και να μεταφράσει αυτό το τοπίο σε εστιατόριο.

Και αυτό δεν συμβαίνει μόνο μέσα στην αίθουσα. Συμβαίνει στα διαλείμματα, στους διαδρόμους, στις κουβέντες που ανοίγουν αυθόρμητα. Και όταν σε αυτό το περιβάλλον έχεις σεφ που αναγνωρίζονται ως μερικά από τα πιο δημιουργικά και πρωτοποριακά μυαλά στον πλανήτη, το πράγμα αποκτά άλλο βάρος. Γι’ αυτό λέω ότι τέτοια συνέδρια είναι καταλύτες. Δεν σου λένε ``κάνε αυτό``, αλλά σου δημιουργούν τις συνθήκες για να αρχίσεις να σκέφτεσαι αλλιώς.»

Και τι ήταν αυτό που τον έκανε να πει «τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή»; 

Το Forum είναι μια ιδέα που την κουβαλάω και την δουλεύω μέσα μου χρόνια. Για πρώτη φορά πήγα το 2006 στο πρώτο Identità Golose στην Ιταλία, ενώ έχω πάει σχεδόν σε όλα τα MAD στην Κοπεγχάγη. Έβλεπα τι προκαλούσε αυτό σε μένα: έφευγα άλλος άνθρωπος, με ένα σωρό ιδέες στο κεφάλι μου, τις οποίες προσπαθούσα μετά να τις μεταφέρω στα κείμενα που έγραφα τότε. Ήταν μια έντονη προσωπική ανάγκη, αλλά ταυτόχρονα είχα και την ανάγκη να το μοιραστώ: με συναδέλφους, με κόσμο, με σεφ, με όλους. Ήθελα σαν τρελός να κάνω κάτι τέτοιο και ολοκληρώνοντας έναν μεγάλο κύκλο σκέφτηκα πως τώρα είναι η πιο ώριμη, η πιο κατάλληλη στιγμή.»

Τι επίδραση όμως μπορούν να έχουν τέτοιου είδους συνέδρια στη συνολική εικόνα μιας γαστρονομικής σκηνής. Μπορεί να αλλάξει ο τρόπος σκέψης; Και αν ναι, πώς μεταφράζεται αυτό σε πράξη;

«Έχουμε ένα μότο και λέμε ότι "δεν αλλάζουμε απλώς τον τρόπο που τρώμε – αυτό μπορεί να στο πει κι ένας διαιτολόγος. Εξελίσσουμε τον τρόπο που σκεφτόμαστε για την τροφή και τη γαστρονομία. Αυτό που θέλω είναι το Athens Gastronomic Forum να λειτουργήσει ως ένα ζωντανό κανάλι ανταλλαγής ιδεών. Στη διεθνή σκηνή, συνέδρια αυτού του είδους αποτελούν σημάδι ωριμότητας: δείχνουν ότι μια γαστρονομική κοινότητα έχει φτάσει σε σημείο να μπορεί να στοχάζεται πάνω στον εαυτό της, να παράγει λόγο, να διαμορφώνει κατευθύνσεις. Το βλέπουμε χρόνια τώρα στο Madrid Fusión, στο San Sebastián Gastronomika, σε άλλα αντίστοιχα forum που επηρεάζουν όχι μόνο τη σκηνή μιας πόλης ή μιας χώρας, αλλά τελικά την παγκόσμια αντίληψη για τη γαστρονομία.»


Εν αρχή ην το…concept

Πιστεύω ότι αυτό που λείπει περισσότερο από την ελληνική σκηνή είναι η έννοια του concept. Το να δημιουργεί ένας σεφ με βάση μια ολοκληρωμένη κεντρική ιδέα που τον οδηγεί στις επιλογές του. Και όταν λέω concept, δεν μιλάω μόνο για τους σεφ που πειραματίζονται.  Αναφέρομαι και στους πιο παραδοσιακούς, στους πιο ρομαντικούς για να το πω έτσι. Όταν βλέπω στη Σίφνο το Cantina να μεταφέρει την αγριάδα του τοπίου που το περιβάλλει και των Κυκλάδων μέσα στον χώρο, και μετά στην κουζίνα οι γεύσεις να σου δημιουργούν το συναίσθημα «ναι, τώρα είμαι Κυκλαδίτης εκατό τοις εκατό», αυτό είναι concept.

Ή όταν πηγαίνω στη Μάνη και δοκιμάζω τον βιότοπο γύρω μου μέσα σε ένα πιάτο που μπορεί να μην έχει ‘πειραματικά’ στοιχεία, αλλά πιο οικείες γεύσεις, δεμένες μέσα σε ένα καλοδουλεμένο concept που μεταφέρει τον τόπο στην κουζίνα, τότε κι εκεί υπάρχει πλαίσιο. Αυτό είναι που λείπει: να δουλεύουν έτσι τα πράγματα. Γιατί όταν έχεις σαφήνεια και καθαρότητα σε αυτό που θέλεις να πεις, πείθεις.

Κλασικό παράδειγμα διεθνώς είναι το Asador Etxebarri του Bittor Arginzoniz. Έχω φάει τρεις φορές σε αυτό το σπουδαίο εστιατόριο. Είναι απλά τα πράγματα, αλλά το concept είναι πολύ συγκεκριμένο: εξαιρετική πρώτη ύλη, κάρβουνα που τα φτιάχνει ο ίδιος, συγκλονιστική μαεστρία στον ψήσιμο. Το αποτύπωμά του είναι τεράστιο και του βγάζουν όλοι το καπέλο γιατί υπηρετεί ένα πολύ συγκεκριμένο concept χωρίς να βάζει νερό στο κρασί του. Γι’ αυτό κι έχω ζητήσει όσο το δυνατόν πιο conceptual παρουσιάσεις. Θέλω να περάσει σε όλους αυτό το μήνυμα.»

Όταν υπάρχει σαφήνεια στο γιατί γίνεται κάτι, το επόμενο ερώτημα είναι το ποιον αφορά. Ποιοι είναι, λοιπόν, οι αποδέκτες αυτού του συνεδρίου;

«Είναι ένα συνέδριο εξειδικευμένο, επαγγελματικό. Απευθύνεται σε επαγγελματίες της γαστρονομίας, της εστίασης και του τουρισμού που θέλουν να μοιραστούν με άλλους κοινά ενδιαφέροντα και οράματα. Πρώτα απ’ όλα, είναι για τους σεφ. Όχι μόνο για εκείνους που έχουν ήδη διακρίσεις και εμπειρία, αλλά και για τους νεότερους, αυτούς που τώρα ξεκινούν και ψάχνουν να εμπνευστούν. Για κάποιον που κάνει τα πρώτα του βήματα, είναι μια σπάνια ευκαιρία. Αν ήμουν σήμερα νέος σεφ, όπως ήμουν κάποτε νέος δημοσιογράφος και αναρωτιόμουν από πού μπορώ να αντλήσω πραγματική γνώση, θα το θεωρούσα σχεδόν υποχρέωσή μου να πάω. Αλλιώς, θα έπρεπε να ταξιδεύεις στην Ισπανία, στην Ιταλία, στη Σκανδιναβία. Εδώ, αυτό θα το έχεις στα πόδια σου.

Απευθύνεται όμως, και στη μεγάλη «οικογένεια»  της φιλοξενίας, σε food & beverage managers, σομελιέ, ξενοδόχους. Η γαστρονομία είναι ομαδική υπόθεση. Και φυσικά, είναι και για τους ανθρώπους που αγαπούν τη γαστρονομία. Τους “κολλημένους με την μπάλα”, αυτούς που θέλουν να αφουγκραστούν, να δουν πώς σκέφτονται οι άνθρωποι που διαμορφώνουν τις εξελίξεις, όχι απλώς να δοκιμάσουν ένα πιάτο.

Από τα πρόσωπα που έχει επιλέξει κανείς, φαίνεται και τι θέλει να πει. Τον ρώτησα πώς επέλεξε το line-up και ποια είναι η σκέψη πίσω από αυτό.

«Υπάρχουν δύο βασικά κριτήρια. Το πρώτο είναι ανθρώπινο, αλλά πολύ ουσιαστικό: με πολλούς από αυτούς έχω μια σχέση που κρατάει χρόνια. Έχω πάει στα εστιατόριά τους, έχουμε συναντηθεί σε συνέδρια, σε διεθνή βραβεία όπως τα 50 Best, τα Best Chef Awards. Υπάρχει εμπιστοσύνη, αμοιβαία εκτίμηση. Και αυτό για μένα είναι βασικό: ξέρω ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι, πώς σκέφτονται, τι έχουν να πουν.

Το δεύτερο και πιο κρίσιμο είναι το εξής: ήθελα να φέρουν την πρωτοπορία του σήμερα, αυτό που τώρα κινεί τα πράγματα, που δημιουργεί ερωτήματα και επαναπροσδιορίζει τι σημαίνει γαστρονομία.

Ο Rasmus Munk, για παράδειγμα, έχει αναδειχθεί τα δύο τελευταία χρόνια ως ο κορυφαίος στον κόσμο. Και προσωπικά πιστεύω ότι αυτή τη στιγμή, με τον θεατρικό, ακτιβιστικό του τρόπο και το εξαιρετικά δουλεμένο concept του, κάνει κάτι που πολλοί ακόμα προσπαθούν να καταλάβουν. Είναι μπροστά από την εποχή του. 

Έδωσα μεγάλο βάρος στην Ισπανία. Μετά τον Ferran Adrià, η χώρα αυτή έχει εξελιχθεί σε παγκόσμιο εργαστήριο ιδεών. Ο Albert Adrià, για παράδειγμα, έκανε το Tickets κι έσπασε τα ταμεία με ένα φαγητό του είχε οικειότητα, χαρακτήρα, τοπικότητα. Από την άλλη, υπάρχει το Mugaritz, το απόγειο του φιλοσοφημένου, σχεδόν υπαρξιακού fine dining. Και φυσικά οι αδελφοί Roca, που εγώ τους αποκαλώ “ποιητές της Καταλονίας”.

Η Ιταλία θα εκπροσωπηθεί από τον Carlo Cracco. Πρόσφατα έφαγα στο εστιατόριό του ένα πιάτο που με συγκλόνισε με την απλότητά του. Rigatoni βρασμένα στην απόλυτη εντέλεια, γεμισμένα με μαϊντανό, με μια ωραία πασάτα ντομάτας. Τίποτα περίπλοκο, είναι το φαγητό μιας Ιταλίδας μαμάς, αλλά εκτελεσμένο με τέτοια τεχνική και τόσο συναίσθημα, που σε καθηλώνει . Ο Cracco θα μιλήσει για τη νέα γλώσσα που υιοθετεί στη γαστρονομία του.


Μετά ο Konstantin Filippou είναι σπουδαίο αυτό που κάνει στη Βιέννη, όπου παντρεύει με έναν μοναδικό τρόπο τις ελληνικές του ρίζες με την αυστριακή καταγωγή, ενώ ο René Frank είναι ένας άνθρωπος που μπλέκει τα όρια της ζαχαροπλαστικής με τη μαγειρική. Και μόνο αυτό σαν concept είναι εκπληκτικό. Η Zizi Hattab είναι επίσης μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση: Μαροκινή, μεγαλωμένη στην Ισπανία, έχει δουλέψει ως sous chef σε πλειάδα από τα καλύτερα εστιατόρια στον κόσμο, και έχει ανοίξει vegan εστιατόριο με αστέρι Michelin στη Ζυρίχη. Αυτή η πλευρά - που είναι τόσο ανερχόμενη - ήθελα να εκφραστεί. 

Από την αρχή, όμως, η πρόθεση μου είναι σαφής: να αποτυπωθεί το πραγματικό εύρος της ελληνικής γαστρονομικής σκηνής, ως ζωντανό οικοσύστημα ιδεών, εμπειριών και διαδρομών για αυτό και συμμετέχουν πολλοί αξιόλογοι Έλληνες που θα αναπτύξουν μια μεγάλη γκάμα θεμάτων, από τις νέες τάσεις της γαστρονομίας και τις παραφράσεις στην ελληνική κουζίνα, μια ``ράμεν παστιτσάδα αλά γκρεκ`` στέκεται δίπλα σε εναν ``λαχανοντολμά και μια χωριάτικη που γίνονται επιδόρπια.``

Το λέει πολύ ωραία ο φίλος μου ο Alex Atala: “το πιο ισχυρό μέσο κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι το Facebook ή το Instagram, είναι η γεύση”. Θέλω όμως να εκφράσω και την ευγνωμοσύνη μου στη Συμβουλευτική Επιτροπή του Athens Gastronomic Forum: τον Σωτήρη Ευαγγέλου, τον Λευτέρη Λαζάρου, τον Έκτορα Μποτρίνι και τον Γιώργο Παπαζαχαρία. Είναι μια ομάδα ανθρώπων που εκφράζουν διαφορετικές όψεις της ελληνικής γαστρονομίας, με κοινό παρονομαστή την εμπειρία, το κύρος και τη βαθιά αποδοχή από την ίδια τη σκηνή.»

Για περισσότερες πληροφορίες και αγορά εισιτηρίων εδώ 


Σχόλια Χρηστών

Συνδεθείτε ή Εγγραφείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση