Ένα Σάββατο μεσημέρι λοιπόν κάπου στο κέντρο, μπαίνω σε εστιατόριο με σκοπό να κορέσω την πείνα μου, υποσυνείδητα επηρεασμένος από την vintage αφίσα των Fleetwood Mac που είδα σε instagram story του συγκεκριμένου υγειονομικού καταστήματος λίγες μέρες πριν. Ως γνήσιο θύμα των social media, «ψαγμένο μουσικό γούστο», σκέφτηκα «αν συνδυάζεται και με καλό φαγητό, θα περάσουμε ωραία».
Αφού κάθισα στο τραπέζι, άρχισα να εντυπωσιάζομαι από τα εξώφυλλα βινυλίων που ήταν τοποθετημένα με κάμποση δόση αισθητικής και interior design περιμετρικά στη σάλα ενώ μερικά ακόμα posters από συναυλίες κυρίως από τα 70s και τα 80s έκαναν το σκηνικό να θυμίζει CBGBs πριν ακόμα το αγοράσει ο John Varvatos και το μετατρέψει σε μεταμοντέρνα rock boutique ρούχων και υποδημάτων. Εξώφυλλα δίσκων από Nirvana, Led Zeppelin, U2, Bruce Springsteen και Pink Floyd (ναι, δεν πας πουθενά χωρίς Pink Floyd) άρχισαν να με προκαταβάλουν θετικά δοκιμάζοντας ταυτόχρονα την σπιτική τυροκαυτερή με το καψαλισμένο ψωμάκι που έφτασε στο τραπέζι.

Κάπου εκεί όμως, μια παρατήρηση από το έτερο μου ήμισυ, μ’ έκανε να αντιληφθώ το ροζ συννεφάκι στο οποίο καθόμουν εδώ και αρκετή ώρα. Δεν ακουγόταν καθόλου μουσική. «Δεν μπορεί, μάλλον ήρθαμε νωρίς», της είπα και άρχισα να συζητάω με τον ευγενέστατο σερβιτόρο που ήρθε να μας πάρει παραγγελία.
- Πως και δεν έχετε μουσική; Ρώτησα.
- Φυσικά και έχουμε, σε λίγο θα ξεκινήσει. Μου είπε
- Τέλεια, είπα.
Η μουσική είναι από τα βινύλια; Ρώτησα ανυποψίαστος.
- Μπα, όχι δεν έχουμε πικάπ. Μου απάντησε.
Αν θυμάμαι καλά δεν μίλησα αλλά συνέχισα την παραγγελία μου, προσθέτοντας ασυναίσθητα μια χορτόπιτα ενώ ξέρω καλά ότι μου προκαλεί καούρες στο στομάχι. Ο σερβιτόρος απομακρύνθηκε και τότε άρχισα μάλλον να γίνομαι περισσότερο παρατηρητικός με το περιβάλλον. Τα περισσότερα εξώφυλλα βινυλίων στους τοίχους, ήταν έγχρωμες εκτυπώσεις που προφανώς κλήθηκαν να συμπληρώσουν τα κενά που άφηναν βινύλια που είχαν ξεμείνει στην αποθήκη κάποιου ή που είχαν αποκτηθεί από με το κιλό από κάποιο μαγαζί στο μοναστηράκι, μιας και αμφιβάλω αν υπήρχε κάπου το μουσικό περιεχόμενό τους.
Κάπου εκεί ήταν που άρχισα να συνειδητοποιώ ότι παρόλο που η γραμμή ανάμεσα στην ουσία και τη μόδα πολλές φορές είναι πραγματικά λεπτή, πολλές φορές γίνεται τόσο έντονη που το αποτέλεσμα μοιάζει με κωμικοτραγική σκηνή από ρομαντική κομεντί του Netflix. Τα βινύλια προφανώς δεν ήταν εκεί για να παιχτούν αλλά πολύ πιθανόν γιατί κάποιος διακοσμητής θεώρησε εξαιρετική εικόνα αυτή της αναλογικότητας που είναι δημοφιλής εκεί έξω ή για να λειτουργήσουν ως άμεσο σήμα προς τον πελάτη ότι ο συγκεκριμένος χώρος ξέρει πολλά περισσότερα για τη μουσική απ’ όσο μπορεί να νομίζεις.
Το ότι το μοτίβο των βινυλίων επαναλαμβάνεται όλο και συχνότερα τα τελευταία χρόνια σε πολλά καταστήματα εστίασης δεν χρειάζεται περαιτέρω επεξήγησης αλλά καλό είναι να διαχωρίζουμε αυτά που επενδύουν στην εικόνα πολύ πριν την πραγματική ουσία. Αυτομάτως το μυαλό μου πάει σε συζητήσεις που έχω κάνει γι’ αυτό το θέμα με ανθρώπους της εστίασης τους τελευταίους μήνες.

«Αρχικά να σου πω ότι χαίρομαι για όλους αυτούς που το έχουν κάνει γιατί έχουν κρατήσει τους δίσκους τους από τη δεκαετία του 80», λέει γελώντας. «Εγώ είχα μια πολύ ωραία συλλογή πριν φύγω στο εξωτερικό αλλά μετά από τόσα ταξίδια, έχει διαλυθεί. Αυτό που συμβαίνει σε αυτά τα εστιατόρια σίγουρα είναι ωραίο και ρομαντικό αλλά ταυτόχρονα σε προκαταβάλει για το ύφος της μουσικής που θα ακούσεις εκεί μέσα. Είναι πολύ δύσκολο να πας σε ένα vinyl bar ή restaurant και να ακούσεις techno. Τώρα αν είναι μόδα ή αν θα κρατήσει, δεν ξέρω. Αυτό που σίγουρα δεν θα ήθελα να δω όμως είναι πάρα πολλά τέτοια μαγαζιά. Από ένα σημείο και μετά θα χάσει το γούστο του».
Δημήτρης Κατριβέσης (Αθήνα)
«Πρέπει να έχει νόημα», μου λέει. Για τον ίδιο, αυτή η τάση συνδέεται με μια ευρύτερη ανάγκη επιστροφής σε πιο απλές εποχές. «Θυμάμαι την εποχή όπου μπορούσες να βάλεις μια κασέτα και να πατήσεις play και μου λείπει αυτό». Σήμερα, όπως παραδέχεται, η συγκέντρωση δεν είναι δεδομένη. «Δυσκολεύομαι ακόμα και να δω μια ταινία χωρίς να κοιτάξω το κινητό μου». Η ουσία, ωστόσο, παραμένει ξεκάθαρη. «Αν τα βινύλια προσθέτουν κάτι στην εμπειρία, τότε αξίζει. Αν όχι, δεν έχει λόγο ύπαρξης».
Kristian Baumann (Κοπεγχάγη)
Στο Vinyl Steakhouse, με πάνω από 2700 δίσκους βινυλίου, η μουσική αποτελεί βασικό κομμάτι της εμπειρίας. Ρώτησα τη Sofia αν πιστεύει ότι το βινύλιο δημιουργεί μια διαφορετική εμπειρία από ένα τυπικό playlist. «Ναι, απολύτως», μου απαντάει. «Παίρνουμε σχόλια συνέχεια για το πόσο υπέροχο είναι να ακούς το album ενός καλλιτέχνη με τον τρόπο που το σκέφτηκε. Επίσης, είναι όλα αυτά τα τριξίματα και οι ατέλειες που βγαίνουν από τα ηχεία και κάνουν την όλη εμπειρία πιο οικεία. Νομίζω ότι οι άνθρωποι θα αγαπούν πάντα τη νοσταλγία που προσφέρει ο ήχος από ένα πικάπ».
Sofia Flannery (Νέα Υόρκη)
Αφού έφαγα μια χαρά, έφυγα από το εστιατόριο σκεπτόμενος ότι τελικά δεν μ’ ενόχλησε το γεγονός ότι δεν υπήρχε πικάπ αλλά μάλλον το ότι για λίγη ώρα είχα πειστεί ότι είχε. Ίσως γιατί πολλές φορές πιστεύουμε ότι πίσω από την εικόνα υπάρχει κάτι πολύ παραπάνω. Δεν μ’ ενόχλησε το γεγονός ότι η μουσική που ακουγόταν ήταν εντελώς άσχετη με τα εξώφυλλα που υπήρχαν στους τοίχους ούτε το ότι άκουγα μια λίστα του spotify παιγμένη από tablet. Απλώς, την επόμενη φορά που θα δω το «Dark Side of the Moon” σε κάποιο τοίχο, θα κοιτάξω πρώτα αν υπάρχει πικαπ και μετά τον κατάλογο.
Υ.Γ. Οποιαδήποτε ομοιότητα με
εστιατόρια και καταστάσεις είναι συμπτωματική

Συνδεθείτε ή Εγγραφείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση