Στην αρχή συμφωνούσα γεμάτος περηφάνια που η πρωτεύουσά μας αποτελεί πλέον σημείο αναφοράς στον κόσμο των food media αλλά όσο το σκεφτόμουν περισσότερο, συνειδητοποιούσα ότι η γαστρονομική σύγκριση των δύο πόλεων είναι εντελώς άστοχη.
Είναι πλέον κανόνας πως μόλις μια πόλη αρχίσει να αποκτά δυναμική, εμφανίζεται πάντα η ίδια τάση να συγκρίνεται με κάποια άλλη. Πριν λίγα χρόνια το Ρότερνταμ ήταν το ολλανδικό Μπρούκλιν, η Λειψία το “Βερολίνο πριν αρχίσει να ακριβαίνει” ενώ όνειρο κάθε πόλης είναι να γίνει γαστρονομικά η νέα Κοπεγχάγη. Τα τελευταία χρόνια είναι η σειρά της Αθήνας να πρωταγωνιστήσει σε αφιερώματα γαστρονομικών οδηγών, να γίνει κομμάτι σε short videos διαφόρων bloggers και να μπει στις σελίδες φαγητού, περιοδικών μέσα σε αεροπλάνα. Η εικόνα της επιτέλους δεν περιορίζεται στην ταβέρνα στη σκιά της Ακρόπολης, στον μουσακά δίπλα σ’ ένα διακοσμητικό τσολιαδάκι και στο παστίτσιο που θυμίζει τουβλάκι lego.
Έντυπα παγκόσμιας εμβέλειας γράφουν για νέους Έλληνες σεφ, microbakeries, πειραματικά bistros, ενώ σε κάποιο απομακρυσμένο χωριό της Ισλανδίας μπορεί να διαβάσει κάποιος για τη γειτονιά της Κυψέλης και του Παγκρατίου με την αφορμή μια γαστροταβέρνα.
Και εκεί εμφανίζεται συνήθως η σύγκριση με το Βερολίνο.
Η αλήθεια είναι ότι καταλαβαίνω γιατί γίνεται. Το Βερολίνο εξακολουθεί να είναι σημείο αναφοράς για μια πόλη που αφήνει χώρο σε νέες ιδέες, φρέσκα και ανεξάρτητα concepts και αρκετούς δημιουργούς που δεν ακολουθούν πάντα τους βασικούς κανόνες εστίασης. Η σκηνή του Βερολίνου όμως χτίστηκε πάνω στην πολυπολιτισμικότητα, στις διαφορετικές κουζίνες, στα φυσικά κρασιά και στα αμέτρητα pop-ups εστιατόρια.
Το πρόβλημα όμως είναι ότι η σύγκριση αυτή περισσότερο αδικεί παρά κολακεύει την Αθήνα.
Το Βερολίνο δεν έγινε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πόλεις της Ευρώπης επειδή απέκτησε μέσα σε λίγα χρόνια σπουδαία εστιατόρια. Μετά την πτώση του Τείχους βρέθηκε με αμέτρητους εγκαταλελειμμένους χώρους, χαμηλά ενοίκια, μεγάλη εισροή ανθρώπων, με πολλούς από αυτούς να θέλουν να πειραματιστούν, να ασκήσουν τη μαγειρική τους τέχνη ακόμα και να ξεκινήσουν από το μηδέν. Έτσι γεννήθηκαν pop-ups, μεγάλα clubs, «ψαγμένα» καφέ, wine bars και εστιατόρια που μπορούσαν να αποτύχουν χωρίς να καταστρέψουν οικονομικά τους δημιουργούς τους. Η μεγαλύτερη πόλη της Γερμανίας μετατράπηκε σε ένα εργαστήριο ιδεών γιατί μπορούσε να αντέξει το κόστος του πειραματισμού.

Η Αθήνα, όπως και να το κάνουμε, δεν είχε ποτέ αυτό το προνόμιο. Η γαστρονομική αναγέννηση της δεν βασίστηκε πάνω στα φθηνά ενοίκια ή σε μια έκρηξη πολυπολιτισμικότητας. Αντιθέτως, γεννήθηκε μέσα σε μια δεκαετία οικονομικής κρίσης, μέσα σε ένα περιβάλλον περιορισμένης αγοραστικής δύναμης που εμπεριείχε υψηλό επιχειρηματικό ρίσκο. Δεν χρειάζεται να αναφέρω ποια από τις δυο πόλεις δυσκολεύτηκε περισσότερο να εξελιχθεί γαστρονομικά, έτσι δεν είναι;
Και όμως δεν συνέβη το αναμενόμενο. Η Αθήνα άρχισε να εξελίσσεται όταν σταμάτησε να αντιμετωπίζει τη διεθνή γαστρονομία ως μαγειρική Μέκκα. Ωρίμασε όταν σταμάτησε να βλέπει την τοπική κουζίνα ως κάτι παλιομοδίτικο που έπρεπε να κρύψει πίσω από ξένες επιρροές. Η γαστρονομική της ιστορία ξεκίνησε να αλλάζει όταν οι Έλληνες μάγειρες κατάλαβαν ότι θα μπορούσαν να κερδίσουν το στοίχημα χρησιμοποιώντας τεχνικές απ’ ολόκληρο τον κόσμο χωρίς να αντικαταστήσουν την ελληνική τους ταυτότητα. Και εκεί για μένα βρίσκεται η μεγαλύτερη διαφορά με το Βερολίνο.
Η γερμανική πρωτεύουσα απέκτησε δύναμη επειδή έβαλε στο παιχνίδι τη γαστρονομική συνύπαρξη πολλών πολιτισμών χωρίς να έχει να υπερασπιστεί καμία τοπική κουζίνα. Από ντονέρ μέχρι την κουζίνα του Νεπάλ και από τα ισραηλινά καφέ μέχρι τη σύγχρονη κορεάτικη κουζίνα, μια ολόκληρη πόλη έμαθε να ζει και να αναπνέει μέσα σε αυτό το μοτίβο. Η διαφορετικότητα έγινε η ταυτότητά της.
Η Αθήνα ακολουθεί σχεδόν αντίθετη διαδρομή. Δεν προσπαθεί πλέον να κρύψει το εγχώριο προϊόν πίσω από διεθνή αισθητική αλλά θέλει να αποδείξει σε όλους ότι η ελληνική κουζίνα μπορεί να σταθεί ισότιμα μέσα στη σύγχρονη παγκόσμια γαστρονομία χωρίς να χάσει το παραμικρό από τον χαρακτήρα της.
Γράφοντας αυτές τις γραμμές καταλήγω στο ότι το πρόβλημα δεν είναι ότι κάποιοι αποκαλούν την Αθήνα “το νέο Βερολίνο”. Είναι ότι έχουμε συνηθίσει να περιγράφουμε κάθε ανερχόμενη πόλη μέσα από μια άλλη λες και πρόκειται για ένα ατελείωτο franchise. Είναι ένας βολικός τρόπος να εξηγήσουμε γρήγορα μια πόλη σε κάποιον που δεν την έχει επισκεφτεί ποτέ αλλά ταυτόχρονα πέφτουμε στην παγίδα να αφαιρέσουμε ό,τι την κάνει πραγματικά μοναδική.

Συνδεθείτε ή Εγγραφείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση