Υπήρξε μια εποχή που, αν άκουγες ελληνική μουσική σε ένα cocktail bar, το πιθανότερο ήταν να θεωρήσεις ότι κάτι είχε πάει λάθος. Για πολλούς επαγγελματίες του χώρου, η ελληνική μουσική δεν είχε θέση δίπλα σε ένα καλοφτιαγμένο Martini ή ένα Negroni. Η ξένη μουσική θεωρούνταν σχεδόν προϋπόθεση για να χαρακτηριστεί ένας χώρος σύγχρονος, ποιοτικός ή διεθνής.
Η κουλτούρα των cocktail bars διαμορφώθηκε μέσα από επιρροές του Λονδίνου, της Νέας Υόρκης και του Βερολίνου. Μαζί με τις τεχνικές, τα αποστάγματα και την αισθητική, υιοθετήσαμε και μια συγκεκριμένη μουσική ταυτότητα. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, όταν φανταζόμασταν μια Piña Colada ή ένα Daiquiri, δύσκολα στο μυαλό μας χωρούσε ένα ελληνικό καλοκαιρινό τραγούδι.
Ακόμη και ανάμεσα στους ίδιους τους bartenders υπήρχε η πεποίθηση ότι ένα ελληνικό κομμάτι μπορούσε να χαλάσει την εικόνα ενός cocktail bar. Σαν η μουσική να είχε μεγαλύτερη σημασία από το ίδιο το ποτό ή τη συνολική εμπειρία.
Κάπου εκεί, όμως, άρχισε να αλλάζει η ιστορία.
Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε όλο και περισσότερα bars να ενσωματώνουν ελληνικές μουσικές επιλογές στο DNA τους. Όχι επειδή ακολουθούν μια μόδα, αλλά επειδή αντιλαμβάνονται ότι η ταυτότητα ενός χώρου δεν διαμορφώνεται μόνο από τα cocktails ή τον σχεδιασμό του. Διαμορφώνεται από την ατμόσφαιρα που δημιουργεί. Ένα εξαιρετικό cocktail δεν γίνεται λιγότερο ποιοτικό επειδή από τα ηχεία ακούγονται αγαπημένα ελληνικά καλοκαιρινά τραγούδια. Αντίθετα, όταν η μουσική επιλέγεται με γνώση και αισθητική, παύει να είναι απλή υπόκρουση και γίνεται μέρος της εμπειρίας. Ίσως αυτό να είναι και το πραγματικό σημείο ωρίμανσης της ελληνικής bar σκηνής.
Για χρόνια κυνηγούσαμε τα διεθνή πρότυπα. Και σωστά. Μάθαμε, εξελιχθήκαμε, ταξιδέψαμε και φτάσαμε σε ένα επίπεδο που σήμερα τα ελληνικά bars συγκαταλέγονται ανάμεσα στα καλύτερα του κόσμου. Η πραγματική ωριμότητα όμως δεν έρχεται όταν μπορείς να αντιγράψεις με επιτυχία ένα μοντέλο. Έρχεται όταν αποκτάς το θάρρος να δημιουργήσεις το δικό σου. Η ελληνική μουσική είναι πολιτισμός. Είναι μνήμη, συναίσθημα, καλοκαίρια και ιστορίες. Είναι κομμάτι της ταυτότητάς μας, όπως ακριβώς είναι τα ελληνικά αποστάγματα, οι πρώτες ύλες και η φιλοξενία που χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη ελληνική bar σκηνή.
Η πραγματική διεθνής ταυτότητα δεν χτίζεται όταν μοιάζεις με όλους τους άλλους. Χτίζεται όταν έχεις το θάρρος να είσαι ο εαυτός σου
Η αφορμή για αυτές τις σκέψεις ήρθε πριν από λίγες ημέρες, σε ένα ταξίδι στη Σύρο. Ένα απόγευμα κατεβήκαμε με την Κική στην Ερμούπολη και βρεθήκαμε στον «Προφήτη», το νησιώτικο αδελφάκι του γνωστού «Προφήτη» στο Παγκράτι. Παραγγείλαμε έναν Americano και ένα Vermouth Tonic. Από τα ηχεία έπαιζαν αγαπημένα ελληνικά καλοκαιρινά τραγούδια. Δέκα λεπτά αργότερα συνειδητοποιήσαμε ότι κουνούσαμε ασυναίσθητα το πόδι μας στον ρυθμό της μουσικής. Η ατμόσφαιρα έμοιαζε απόλυτα φυσική. Δεν υπήρχε καμία αντίφαση ανάμεσα στα ποτά, στον χώρο και στη μουσική. Αντίθετα, όλα λειτουργούσαν σαν ένα ενιαίο σύνολο.
Αυτό ήταν που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση, όχι ότι ένα cocktail bar έπαιζε ελληνική μουσική, κάτι που πλέον συμβαίνει όλο και συχνότερα. Εκείνο που με προβλημάτισε ήταν πόσο οργανική μου φάνηκε η εμπειρία. Από τότε το έχω συζητήσει με αρκετούς ανθρώπους της αγοράς και σχεδόν όλοι καταλήγουμε στο ίδιο συμπέρασμα: ίσως τελικά να άργησε πολύ να συμβεί αυτό που σήμερα μοιάζει τόσο αυτονόητο. Ίσως χρειάστηκε πρώτα να μας αναγνωρίσει ο κόσμος για να σταματήσουμε να φοβόμαστε τα δικά μας στοιχεία.
Η πραγματική διεθνής ταυτότητα δεν χτίζεται όταν μοιάζεις με όλους τους άλλους. Χτίζεται όταν έχεις το θάρρος να είσαι ο εαυτός σου. Γιατί τελικά, το πιο σύγχρονο bar δεν είναι εκείνο που μοιάζει με κάποιο του Λονδίνου ή της Βαρκελώνης.
Είναι εκείνο που δεν φοβάται να ακούγεται… και ελληνικό.

Συνδεθείτε ή Εγγραφείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση