Μπαίνοντας στη σάλα, που ακόμα δεν είχε γεμίσει, ένιωσα το χρόνο και τις μνήμες μου να συγχωνεύονται. Θυμήθηκα όλες εκείνες τις φορές που είχα έρθει στην Παλιά Φάβα, αναζητώντας στις κατσαρόλες της κυρίας Ντίνας τη θαλπωρή του οικείου φαγητού. Ο νόστος αυτή τη φορά, δεν ήταν απλά ένα πισωγύρισμα στο χρόνο ή μια επιστροφή σε τόπο γνωστό. Ήταν μια πιο υπαρξιακή κατάσταση, όπου οι γεύσεις από τους λαχαντολμάδες αυγολέμονο, τους κολοκυθοκεφτέδες, τους κεφτέδες, τα γεμιστά ή το μουσακά, κυρίευαν το μυαλό μου, προκαλώντας μου μια συγκινησιακή ένταση.

Η Παλιά Φάβα είναι ένα ταβερνάκι με ιστορία. Η κυρία Ντίνα Χαρίση την πήρε από τον πρώτο της ιδιοκτήτη* το 2006, την αναπαλαίωσε και πρόσθεσε μπροστά από το «Φάβα» τη λέξη «Παλιά», από σεβασμό σε αυτό που αναλάμβανε. Εκείνη, μόνη της, με τα μαγειρευτά και τα τηγάνια της «έχτισε» τη δική της φήμη. Υπήρχαν νύχτες που μετά τη δουλειά έμενε ξάγρυπνη μέχρι να βγουν από το φούρνο τα ταψιά της. Η ταβέρνα της αγαπήθηκε όχι μόνο από τους περιοίκους, αλλά κι από ανθρώπους που ένιωθαν την Παλιά Φάβα σπίτι τους και μετέφραζαν τις γεύσεις της σε νοσταλγικό συναίσθημα. Ίσως όλα αυτά να μου προκαλούσαν την ανησυχία που ένιωθα μέχρι να φτάσω. Είχα, βλέπετε, μάθει ότι τον περασμένο Αύγουστο η κυρία Ντίνα – παραμένοντας, βοηθητικά, στην κουζίνα – έδωσε την Παλιά Φάβα σε τρεις νέους ιδιοκτήτες∙ στο σεφ Νίκο Ευσταθόπουλο, στον Αντώνη Δεναξά και στον Κωστή Κουτρούμπα. Το ευτύχημα, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια της βραδιάς είναι ότι ο σεφ, παρότι πέρασε από διάσημα εστιατόρια με πολύ διαφορετικές κουζίνες (Axinos, Hams& Clams, Matsuhisa Athens) αισθάνεται περήφανος όταν του πει κανείς ότι είναι εξαιρετικός «κατσαρολάς», χάρισμα που θεωρείται προϋπόθεση για όσους ασχολούνται με την ελληνική κουζίνα. Φυσικά, ο Νίκος Ευσταθόπουλος έχει ήδη προσθέσει στο μενού του και ένα-δυο νέα πιάτα. Εκείνο το βράδυ δοκίμασα, κοκκινιστό όσο-μπούκο, με τα μπαχάρια του τόσο-όσο που να κοντράρουν τη γλύκα του συνοδευτικού του. Ο νεολογισμός του ήταν ένας πουρές γλυκοπατάτας, που όπως είπαμε έδενε όμορφα και διακριτικά με τη σάλτσα ντομάτας. Οι ανανεωτικές του σεφ κινήσεις ακολουθούν ένα σκεπτικό, που επιτρέπει να σκεφτεί κανείς ότι δεν χάθηκαν όλα. Ότι θα συνεχίσουν να υπάρχουν μάγειρες που έχουν την πρόθεση να υπηρετήσουν την παράδοση, κάνοντας ταυτόχρονα το επόμενο βήμα, χωρίς να θεωρούν υποχρέωση τους να αντιγράψουν κάποιο μαγειρικό μοντέλο, ισπανικό, ιαπωνικό ή σκανδιναβικό.
Χαίρομαι που η Παλιά Φάβα εξακολουθεί να παραμένει ένα οικείο φιλόξενο μέρος, όπου κάποιος ξαναγυρνάει, μόνος ή με την παρέα του, απλά γιατί νιώθει καλά.
Info: Αχαιών 38, Παλιό Φάληρο, τηλ. (+30) 210 931 1994, Ιστοσελίδα: https://paliafava.gr/, Ανοιχτά: καθημερινά, όλη μέρα. Τιμή ανά άτομο (€)*: 25 – 30
* Ο πρώτος ιδιοκτήτης, ο Σόλων Γαβαλάς, ήταν Σαντορινιός. Πιθανόν να είχε έρθει στην Αθήνα, αναζητώντας μια νέα τύχη, μετά το σεισμό του ’56. Το όνομα «Φάβα», λοιπόν, που έδωσε στην εξοχική του ταβέρνα-καπηλειό, ήταν αναφορά στο πιο διάσημο προϊόν του νησιού του. Εξάλλου και το κρασί στα βαρέλια της ταβέρνας του ερχόταν από τη Σαντορίνη. Σήμερα, υπάρχει ακόμα η παλιά ταμπέλα του μαγαζιού, σε μια από τις αίθουσας της ταβέρνας, κι έτσι μαθαίνουμε ότι η πρώτη «Φάβα», άνοιξε το 1961, στην αραιοκατοικημένη τότε Αμφιθέα του Παλαιού Φαλήρου. Εκείνη την εποχή, βέβαια, η Αμφιθέα λεγόταν «Βουρλοπόταμος», εξ αιτίας ενός ρέματος που περνούσε ανάμεσα από τα περιβόλια και τους αγρούς της περιοχής. Όταν το ρέμα μπαζώθηκε, έδωσαν το επίσημο όνομα του ρέματος, στο δρόμο που φτιάξανε, την οδό Γοργοποτάμου, που, λίγο νοτιότερα, τέμνει την Αχαιών.

Συνδεθείτε ή Εγγραφείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση