Ο λόγος για τον καινούργιο ναό κρεοφαγίας, στην οδό Βεντήρη, στη γειτονιά που, παρά τη δημιουργία του συγκροτήματος The Ilisian, ακόμα αποκαλούμε «Χίλτον».
Το όνομα του, «Agrios»,
αναφέρεται στον Γιάννη Κουστένη, χασάπη και ψήστη, με στιλ ιδιαίτερο, εκ
Δημητσάνης ορμώμενο. Όσοι είχατε πάει, παλιότερα, στην ταβέρνα το Γίδι, στη Μεταμόρφωση,
θα τον θυμάστε να κόβει κρέατα ή να ψήνει στις ψησταριές, ακούγοντας πάντα
μουσική, αποσχισμένος από το υπόλοιπο δρώμενο της ταβέρνας, χάρη στα over-ear
ακουστικά του. Σ’ αυτό το αποκομμένο του στιλ, που λάτρεψαν οι funs του, σε συνδυασμό τα αδρά χαρακτηριστικά του προσώπου του, οφείλεται
προφανώς, το προσωνύμιο «άγριος». Αν αφαιρέσει, βέβαια, κανείς το ρο, από τη
λέξη και δει τη μακριά γενειάδα του, θα πει ότι φέρνει κάπως και σε άγιο – εξού
και τα διάφορα λογοπαίγνια με τις δύο αυτές λέξεις, που βλέπει κανείς τυπωμένα
στα T-shirts των σερβιτόρων: «Και ο άγιος θέλει
το κοψίδι του», «και ο άγιος θέλει Βεντήρη», «άγριος μεν, dirty δεν…», «δεν σου
κάνω τον άγιο», «Αχχ αμάρτησα» κ.ά.
Παρατηρώντας και τα στοιχεία της διακόσμησης, ένιωσα ότι παραπέμπουν σε παλιές ταβέρνες κρεοφαγίας. Κάτι η τεράστια τζαμαρία που καλύπτει όλη την πρόσοψη, από τα μισά της και πάνω, κάτι η βαριά, σιδερένια πόρτα, και μετά κι εκείνη επιγραφή με τη μορφή του Άγριου και ο μπαλτάς, όλα υποδηλώνουν τον χασάπη.
Μπαίνοντας στο χώρο, λίγο πριν την κυρία αίθουσα, το πρώτο πράγμα που τράβηξε το βλέμμα μου ήταν το έντονα φωτισμένο «χασάπικο», σαν σκηνή θεάτρου, με τα ψυγεία τριγύρω και στο κέντρο τον Γιάννη Κουστένη, εν δράσει, να κόβει και να ψήνει. Στην τεράστια αίθουσα, ένα-δυο σκαλιά πιο χαμηλά, τα τραπέζια, για παρέες μεσαίες και μεγάλες, στρωμένα με λευκά τραπεζομάντιλα, έτσι στημένα μου θύμισαν κοινόχρηστη τραπεζαρία (dinner ή πλοίου). Σηκώνοντας το βλέμμα μου ψηλά παρατήρησα πως περιμετρικά της αίθουσας, υπήρχε ένα «μπαλκόνι», στον ημιώροφο, επίσης με στρωμένα τραπέζια, αλλά και διάφορες «πρασινάδες» στα κάγκελά του. Τέλος, στο ισόγειο στο βάθος της αίθουσας υπάρχει μπαρ και μια κονσόλα που όπου κάποιος παίζει ελληνικές επιτυχίες του πριν το 2000, ολοκληρώνοντας έτσι την εικόνα της παλιάς, λαϊκής ταβέρνας.
Ίσως παρατηρήσει κανείς ότι απέφυγα να χαρακτηρίσω το Agrios, «χασαποταβέρνα». Δεν το έκανα γιατί δεν συνδέεται με κάποιο παρακείμενο χασάπικο, όπου μπορεί κανείς να ψωνίσει. Οι χασαποταβέρνες, που εμφανίστηκαν μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο, ξεχώριζαν από τις κοινές ταβέρνες γιατί στεγάζονταν σε μια μεγάλη σάλα ταβέρνας, που επικοινωνούσε με το παρακείμενο χασάπικο. Οι πελάτες τους, αφού ψώνιζαν πρώτα από το κρεοπωλείο, διάλεγαν και κάποια κρεατικά για να τα απολαύσουν δίπλα, στην ταβέρνα. Σήμερα οι ελάχιστες έχουν απομείνει στην Αττική και τη Βοιωτία βρίσκονται διασκορπισμένες σε κάποια χωριά, κυρίως στις πλαγιές της Πάρνηθας, στους Θρακομακεδόνες ή δυτικότερα, στη Φυλή, στα Δερβενοχώρια, στη Μάντρα και στα Βίλια. Οπότε εδώ, έχουμε να κάνουμε με μια πετυχημένη ρέπλικα, με νόστιμο φαγητό που επιχειρεί να αναβιώσει την οικογενειακή, αλλά και τη θορυβώδη ατμόσφαιρα εκείνης της παλιάς χασαποταβέρνας.
Και τώρα, ώρα να περάσω, στην κυριολεξία, στο ψητό. Από τα πρώτα πιάτα ξεχώρισα τα τηγανητά κολοκυθάκια, τα κεφτεδάκια και τα αυγά μάτια με το κορν-μπιφ, ένα νόστιμο carpaccio μοσχάρι, αλλά την τηγανιά με μοσχαρίσιο συκώτι, κομμένο σε μέγεθος μπουκιάς. Στον κατάλογο αναφέρουν κι ένα χειροποίητο λουκάνικο, το οποίο δεν δοκίμασα. Γενικότερα τα must try πέρα από τα αυγά με κορν-μπιφ και τα κεφτεδάκια, είναι τα νεφράκια, τα αρνίσια μυαλά πανέ . Με το μόνο που διαφώνησα ήταν η κρεατόπιτα, κυρίως επειδή δεν περίμενα ότι θα ήταν, στην ουσία, κιμαδόπιτα και αφετέρου γιατί βρήκα πως ακόμα κι έτσι η γέμιση της θα έπρεπε να είναι πιο λιχούδικη, με περισσότερες εντάσεις, που θα έκαναν τη διαφορά.
Το μπιφτέκι από πρόβατο, που πήραμε στη συνέχεια, ήρθε όπως το περίμενα κι ακόμα καλύτερο, εκφραστικό, πληθωρικό και ζουμερό. Θα έλεγα ότι πληροί τις προδιαγραφές για αναδειχτεί σε φετίχ των φανατικών κρεοφάγων. Αυτό που μου άρεσε περισσότερο, βέβαια, ήτα τα ωραία ψημένα παϊδάκια προβατίνας, που και μοσχοβολούσαν και κρατούσαν τους χυμούς τους. Πέρα από τα συνηθισμένα της χασαποταβέρνας (παϊδάκια από αρνί, πρόβατο, μοσχάρι και χοιρινό) ο κατάλογος προτείνει και αρκετές premium κοπές κρεάτων εισαγωγής.
Όλα αυτά μπορείτε να τα συνοδέψετε και με κοκτέιλ. Προσωπικά, βέβαια, θεωρώ ότι με το κρέας το ιδεώδες θα ήταν να διαλέξει κάνεις κάποιο από τα κρασιά μιας καλά σχεδιασμένης λίστας, που έχει επιμεληθεί ο Ηλίας Αναπλιώτης, η οποία εστιάζει κυρίως στον ελληνικό αμπελώνα, αλλά περιλαμβάνει και μερικές ετικέτες από αμπελώνες της Ευρώπης.
Info: Βεντήρη 5, Χίλτον τηλ. 697 596 4098 , Ανοιχτά: Τρίτη – Σάββατο 16:00-01:00 και Κυριακή: 13:00- 20:00

Συνδεθείτε ή Εγγραφείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση