Αυτό που κατάφερε η Lana στη μουσική, οι σεφ της εποχής μας το έχουν μετατρέψει σε ένα ολόκληρο επιχειρηματικό μοντέλο και μάλιστα με πολύ μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους.
Κάπου στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, η γαστρονομία ανακάλυψε τη μνήμη και δεν αναφέρομαι στην έννοια της παράδοσης ή της τοπικής κουζίνας, έτσι και αλλιώς αυτές υπήρχαν πάντα. Αναφέρομαι στην έννοια της προσωπικής αφήγησης ως κύριο συστατικό. Ξαφνικά κάθε σεφ είχε μια γιαγιά με μαγική κουζίνα, ένα καλοκαίρι που τον σημάδεψε, μια μυρωδιά που τον γυρνούσε πίσω σε κάτι που δεν μπορούσε να εκφραστεί με λόγια αλλά μόνο με γεύση. Και εσύ, φυσικά, μπορούσες να αγοράσεις μια μπουκιά από αυτή την αδιόρατη έννοια, αρκεί να είχες προλάβει να κάνεις έγκαιρα την κράτησή σου.
Φυσικά το πρόβλημα για μένα δεν ήταν ποτέ η ιδέα αλλά το ότι η ιδέα έγινε μοτίβο στην συντριπτική πλειοψηφία των “καλών” εστιατορίων.
Η Lana Del Rey τραγουδά για κάτι αυθεντικό που δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Τραγουδάει για μια Αμερική όπως θα την ήθελε το instagram φιλτραρισμένη και λουσμένη με μια γλυκιά μελαγχολία, θολωμένη με φίλτρα. Τα diners στην Αμερική των 50s δεν είχαν καμία διάθεση να σερβίρουν αισθητική. Σέρβιραν αυγά, πίτες και απεριόριστη κατανάλωση καφέ όπως σωστά πιθανόν θυμάσαι από τον κινηματογράφο. Τα diners ήταν φτιαγμένα για εργάτες που δούλευαν τη νύχτα, φορτηγατζήδες, διαζευγμένες μητέρες και μοναχικούς τύπους που έβρισκαν παρηγοριά σε ένα κομμάτι κερασόπιτας σερβιρισμένο σε πιάτο αλουμινίου.
Η Lana με όλα αυτά κατάφερε το εξής παράδοξο. Πήρε όλα αυτά τα στοιχεία της κουρασμένης Αμερικής και τα μετέτρεψε σε μουσική. Και όχι οποιαδήποτε μουσική. Μουσική που σε κάνει να νοσταλγείς μια εποχή που δεν έζησες. Που σε κάνει να θέλεις να καθίσεις μόνος σ’ ένα diner που δεν υπάρχει, στις τρεις το πρωί, με μια σερβιτόρα που σου γεμίζει την κούπα καφέ ξανά και ξανά χωρίς καν να σε ρωτήσει, με τη διαφορά ότι έχεις ένα MacBook pro μπροστά σου . Μουσική που κάνει τη μελαγχολία lifestyle επιλογή.
Και όπως με τη Lana, το αποτέλεσμα είναι τις περισσότερες φορές εντυπωσιακό έτσι και το κύμα μνήμης της γαστρονομίας έφερε μερικά εξαιρετικά αποτελέσματα. Το ζήτημα όμως για μένα είναι η ειλικρίνεια της αφετηρίας.
Γιατί υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε έναν σεφ 50 ετών που ανασυνθέτει τη γεύση ενός τόπου που έζησε βαθιά, και έναν 27χρονο που αποφοίτησε από ευρωπαϊκή σχολή μαγειρικής, έκανε stage μέσα σε τρία αστέρια Michelin και σερβίρει “τη μνήμη της γιαγιάς του” σε ένα memory concept restaurant στον Κεραμεικό. Όπως και να το κάνουμε αυτή η μνήμη είναι τόσο φρέσκια που θεωρείται ακόμα “παρόν”.
Η Lana τουλάχιστον δεν ισχυρίζεται ότι έζησε στα 50s. Η μελαγχολία της είναι δηλωμένη φαντασίωση και η κερασόπιτά της, όσο λαχταριστή και αν ακούγεται, πιθανότατα δεν ψήθηκε ποτέ και το ξέρει.
Ο επιτηδευμένος σεφ της μνήμης όμως, σου υπόσχεται κάτι αυθεντικό. Σου υπόσχεται μια γεύση που προηγείται της τεχνικής, μια συναισθηματική αλήθεια σε δώδεκα στάδια μενού γευσιγνωσίας. Και κάπου εδώ εντοπίζεται η διαφορά και η ειρωνεία. Γιατί όταν η “αυθεντική μνήμη” σερβίρεται με wine pairing και το μενού είναι εκτυπωμένο σε φθαρμένο χαρτί 300 γραμμαρίων με χρυσά γράμματα, τότε η αυθεντική μνήμη μετατρέπεται σε ένα εντυπωσιακό brand που δυστυχώς βρίσκει όλο και περισσότερους μιμητές.
Σε μια εποχή που η νοσταλγία έχει γίνει βιομηχανία, η Lana Del Rey δεν είναι η αιτία αλλά το πιο πετυχημένο προϊόν της, με πολλούς από τους σεφ της μνήμης να γίνονται το franchise της. Σε μια κουλτούρα που έχει εξαντλήσει τη δυνατότητα να φαντάζεται ένα καλύτερο μέλλον, η πώληση ενός καλύτερου παρελθόντος είναι η επόμενη λογική επιχειρηματική κίνηση.
Επενδύστε άφοβα, αρκεί να κλείσετε τραπέζι από πριν.