Η βασική ιδέα του four, six και πάει λέγοντας dinner είναι ότι συνδέει σεφ με διαφορετικές διαδρομές, πολλές φορές διαφορετικές τεχνικές σε μια συνάντηση για ένα κοινό δείπνο. Επιφανείς μάγειρες αφήνουν για λίγο τα δικά τους εστιατόρια και δημιουργούν μια γαστρονομική εμπειρία που υπό διαφορετικές συνθήκες θα ήταν πολύ δύσκολο να πραγματοποιηθεί. Ο οδηγός Michelin έχει περιγράψει στο παρελθόν αυτές τις βραδιές ως συνεργασίες που βασίζονται πάνω στην ανταλλαγή ιδεών, τεχνικών και δημιουργικής προσέγγισης.
Πολλοί από εμάς αναμένουν ότι από μια τέτοια συνεργασία θα προκύψει ένα κοσμοϊστορικό γευστικό αποτέλεσμα που θα διηγούμαστε με περηφάνια στις νεότερες γενιές αλλά έχοντας ως παράδειγμα τον κόσμο της μουσικής, έχω μάθει να παραμένω συγκρατημένος. Γιατί στην πραγματικότητα τα four hands dinner είναι τα supergroups της εστιατορικής σκηνής.
Πριν ακόμα οι σεφ αρχίσουν να μοιράζονται τις κουζίνες τους, οι μουσικοί είχαν ήδη ανακαλύψει την λογική της συνεργασίας. Η βασική ιδέα ότι καταξιωμένοι καλλιτέχνες, με τη δική τους ιστορία, το δικό τους κοινό, μπορούν να βρεθούν στην ίδια σκηνή, να ηχογραφήσουν ένα και μόνο τραγούδι ή και ολόκληρο album , ήταν πάντα γοητευτική. Οι Cream ένωσαν τον Eric Clapton, τον Jack Bruce και τον Ginger Baker. Οι Traveling Wildburys έβαλαν στο studio τον George Harrison, τον Bob Dylan και τον Tom Petty ενώ αργότερα ήρθαν οι Audioslave, οι Them Crooked Vultures, οι Transatlantic και πολλοί άλλοι.
Προφανώς κανείς δεν αγόραζε ένα δίσκο ενός Supergroup μόνο για τα τραγούδια. Τον αγόραζε από περιέργεια του τι θα συμβεί όταν τέσσερις-πέντε διαφορετικές προσωπικότητες αποφασίσουν να μοιραστούν τον ίδιο δημιουργικό χώρο. Kάτι αντίστοιχο δηλαδή, με τις κρατήσεις σ’ ένα εστιατόριο, μετά από μια κοινοποίηση στο instagram μιας αφίσας γαστρονομικής συνεργασίας. Και η ομοιότητα δεν σταματάει εκεί. Για πολλά χρόνια ο μάγειρας ήταν μια φιγούρα που παρέμενε μέσα στην κουζίνα του με τα πράγματα σήμερα να είναι πολύ διαφορετικά. Σήμερα, οι σύγχρονοι σεφ ταξιδεύουν συνεχώς, συμμετέχουν σε φεστιβάλ, εμφανίζονται προσκεκλημένοι σε άλλες κουζίνες και πολλές φορές αποκτούν οπαδούς που τους ακολουθούν περισσότερο απ’ ότι το εστιατόριο τους.

Είναι εμφανές ότι η σύγχρονη γαστρονομία δανείζεται όλο και περισσότερα στοιχεία από τον κόσμο της μουσικής. Οι σεφ έχουν αποκτήσει προσωπική ταυτότητα, πιστούς θιασώτες αλλά και φανατικούς επικριτές. Κάθε νέα συνεργασία αντιμετωπίζεται σαν μια συναυλία περιορισμένης διάρκειας με το ενδιαφέρον να είναι στραμμένο εκτός από το μενού στο ποιοι βρίσκονται πίσω από αυτό. Θα επικρατήσει η μία προσέγγιση απέναντι στην άλλη; Θα δημιουργηθεί κάτι εντελώς καινούριο; Ή μήπως η συνάντηση θα αποδειχθεί λιγότερο ενδιαφέρουσα από ότι έδειχνε στα χαρτιά;
Και ερχόμαστε στην ουσία. Η ιστορία των supergroups μας έχει διδάξει ότι η παρουσία μεγάλων ονομάτων δεν αποτελεί εγγύηση ποιότητας. Αν ήταν έτσι, κάθε δίσκος που ηχογραφήθηκε από σπουδαίους μουσικούς θα έπρεπε να θεωρείται αριστούργημα, με την πραγματικότητα να είναι πολύ διαφορετική. Κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει χημεία κατά παραγγελία ενώ αποδεικνύεται περίτρανα ότι δεν φτάνει απλά να μαζέψεις ταλαντούχους ανθρώπους κάτω από την ίδια στέγη. Εκτός των άλλων χρειάζεται κοινός στόχος, αμοιβαίος σεβασμός, διάθεση να αφήσει ο ένας χώρο στον άλλο και να κάνει πέρα εγωισμούς και ιδιαιτερότητες.
Το ίδιο ισχύει και στις κουζίνες. Δύο ή και παραπάνω σπουδαίοι σεφ μπορούν να δημιουργήσουν ένα δείπνο που θα συζητιέται για χρόνια. Μπορούν όμως και να παρουσιάσουν μια σειρά από τεχνικά άρτια πιάτα που δεν καταφέρνουν ποτέ να αποκτήσουν συνοχή. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με ένα supergroupπου διαθέτει εξαιρετικούς μουσικούς αλλά κανένα πραγματικά σπουδαίο τραγούδι.
Δεν είμαι βέβαιος ότι όλα τα «many» hands dinners γίνονται επειδή οι συμμετέχοντες έχουν κάτι πραγματικά ενδιαφέρον να πουν. Όπως ακριβώς δεν είμαι βέβαιος ότι κάθε supergroup δημιουργήθηκε επειδή ένα ωραίο πρωί κάποιοι μουσικοί ξύπνησαν με μια ακατανίκητη καλλιτεχνική ανάγκη συνεργασίας. Αλήθεια, πόσο λεπτή είναι η γραμμή που χωρίζει την δημιουργική περιέργεια με το marketing; Από τη δική μου εμπειρία, μπορώ να πω ότι τα περισσότερα από αυτά, τα θυμάμαι περισσότερο για τη στιγμή που ανακοινώθηκε η δισκογραφική συνεργασία παρά για το αποτέλεσμά τους.
Βέβαια προέκυψαν και μουσικά αριστουργήματα μέσα από τέτοιες συνεργασίες. Το ”Déjà vu” των Crosby, Stills, Nash και Young. To “Volume 1” των TravelingWilburys, το “DisraeliGears” των Cream, το ομώνυμο album των ThemCrookedVultures και κάμποσα άλλα. Κανείς όμως δεν τα χαρακτήρισε αριστουργήματα επειδή τα ονόματα στο εξώφυλλο ήταν εντυπωσιακά αλλά επειδή η μουσική δικαίωσε τις προσδοκίες.
Κάπου εδώ αρχίζουν τα δύσκολα για τα four hands dinners. Οι φωτογραφίες με τους «αγριεμένους» σεφ, οι ανακοινώσεις, τα stories, τα reposts και τα sold out τραπέζια είναι το εύκολο κομμάτι της υπόθεσης. Το δύσκολο είναι να καθίσει κάποιος στο τραπέζι, να πληρώσει έναν άκρως υπολογίσιμο λογαριασμό και να φύγει σκεπτόμενος το φαγητό και όχι αυτούς και αυτές που μαγείρεψαν.
Γι’ αυτό ας μη κοροϊδευόμαστε. Η δύναμη του hype στη γαστρονομία έχει εισχωρήσει εδώ και καιρό. Η συνταγή είναι σχεδόν πάντα πετυχημένη αλλά το ερώτημα είναι αν το ίδιο πετυχημένο είναι και το φαγητό. Γιατί στο τέλος της ημέρας δεν ενδιαφέρει κανέναν πόσοι σεφ μοιράστηκαν την ίδια κουζίνα. Όπως κανέναν δεν ενδιαφέρει πόσοι σπουδαίοι μουσικοί μπήκαν στο ίδιο studio. Εκείνο που μένει είναι το αποτέλεσμα. Το πιάτο και το τραγούδι.
Όλα τα άλλα είναι διαφήμιση.