Η ιστορία του ιδρυτή Jérôme Mage
Είναι σπάνιο για μια μάρκα που βασίζεται στα οπτικά να τραβήξει την προσοχή της ελίτ του στυλ χωρίς να υποκύψει στην πίεση της μαζικής αγοράς ή να δημιουργήσει σχέδια που βασίζονται στις τάσεις. Ωστόσο, η Jacques Marie Mage έχει κάνει ακριβώς αυτό: να γίνει προπύργιο του γούστου, σύμβολο ακλόνητης κομψότητας και, πιο περίεργα, ένα είδος μυστικής χειραψίας μεταξύ των πολιτιστικών πρωτοποριών.

Ο ιδρυτής του brand Jérôme Mage είναι ένας εκκεντρικός και παθιασμένος σχεδιαστής που μετακόμισε στην Καλιφόρνια πριν από 30 χρόνια. Μεγαλωμένος σε μια μεσοαστική οικογένεια στη Γαλλία, σπούδασε σχέδιο και τέχνη. Η εμμονή του με τα γυαλιά ξεκίνησε στα 10 του χρόνια, όταν ο μεγαλύτερος αδελφός του έφερε στο σπίτι ένα ζευγάρι Vuarnet, κάνοντάς τον να συνειδητοποιήσει τη μεταμορφωτική δύναμη ενός σκελετού στο ανθρώπινο πρόσωπο. Στις αρχές τις δεκαετίας του 90 μετά την εγκατάσταση του στην πόλη των αγγέλων ασπάστηκε την κουλτoύρα των action sports (skateboarding, snowboarding, motocross). Εκεί άνοιξε αρκετά σύντομα το δικό του επιτυχημένο στούντιο design, σχεδιάζοντας προϊόντα και γυαλιά για μεγάλες αθλητικές εταιρείες. Μετά όμως από χρόνια, ο Mage απογοητεύτηκε από τη μαζική παραγωγή και τις εταιρείες που θυσίαζαν τη δημιουργικότητα στον βωμό του εύκολου κέρδους. Ήθελε να φτιάξει κάτι που θα είχε ψυχή, ιστορία και μόνιμη αξία και πήρε την απόφαση να ανοίξει το δικό του brand. Πρόθεση του ήταν (και παραμένει) να παρουσιάζει βαριούς, μαξιμαλιστικούς και σχεδόν γλυπτούς σκελετούς γυαλιών, αλλάζοντας τους κανόνες του παιχνιδιού. Μια απόφαση που ήταν εντελώς κόντρα στη μινιμαλιστική τάση της εποχής και που σύντομα επηρέασε με τη σύγχρονη παραγωγή και τις τάσεις.

Ποιότητα και πραγματική σπανιότητα
Η επιτυχία των JMM δεν βασίζεται στο μάρκετινγκ, αλλά σε μια ασυμβίβαστη φιλοσοφία ποιότητας και σπανιότητας. Κάθε σχέδιο παράγεται σε αυστηρά περιορισμένο αριθμό κομματιών παγκοσμίως και συνήθως από 250 έως 500 κομμάτια ανά χρώμα. Κάθε ζευγάρι φέρει έναν μοναδικό σειριακό αριθμό χαραγμένο στο εσωτερικό του. Όταν ένα μοντέλο εξαντληθεί, δεν επανακυκλοφορεί ποτέ, γεγονός που μετατρέπει τα γυαλιά σε επενδυτικά κομμάτια με υψηλή αξία μεταπώλησης. Η παραγωγή δεν γίνεται στην Αμερική, ούτε καν στην Ευρώπη, αλλά σε ένα εργοστάσιο στην πόλη Sabae στην επαρχία Fukui της Ιαπωνίας. Το Fukui θεωρείται η ιστορική πρωτεύουσα της παγκόσμιας οπτικής χειροτεχνίας. Εκεί στεγάζονται οικογενειακά εργαστήρια που περνούν την τέχνη της κατασκευής γυαλιών από γενιά σε γενιά για περισσότερο από έναν αιώνα. Οι Ιάπωνες τεχνίτες (Shokunin) είναι οι μοναδικοί στον κόσμο που έχουν την υπομονή, τα εργαλεία και την τεχνογνωσία να δουλέψουν με υλικά τόσο μεγάλου πάχους και να επιτύχουν χειρουργική ακρίβεια. Μάλιστα οι Ιάπωνες τεχνίτες, θέλοντας να εξηγήσουν τη διαφορά των JMM από οποιοδήποτε άλλο high-end brand, είπαν στον Jérôme Mage: «Υπάρχει η γραμμή παραγωγής της Toyota για όλους τους άλλους και η γραμμή της Lexus για τη δική σου μάρκα». Μια φιλοφρόνηση με ιδιαίτερη αξία, καθώς στην αυτοκινητοβιομηχανία, η Lexus αντιπροσωπεύει την ύπατη ιαπωνική πολυτέλεια, όπου εργάζονται μόνο οι κορυφαίοι τεχνίτες (Takumi) και τα στάνταρ ελέγχου είναι εξαντλητικά. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με την παραγωγή των JMM καθώς η αυστηρότητα της διαδικασίας παραγωγής δεν συναντάται πουθενά αλλού στον κόσμο.

Η διαδικασία της παραγωγής και τα εξαντλητικά στάδια
Κάθε μεμονωμένο ζευγάρι γυαλιών περνά από μια αυστηρή αλυσίδα 300 χειροποίητων και τεχνικών βημάτων. Από το αρχικό κόψιμο του οξικού υλικού (acetate) μέχρι την τελική τοποθέτηση των μεντεσέδων, πάντα με συνεχείς ελέγχους. Πριν ένα ζευγάρι JMM συσκευαστεί στο πολυτελές κουτί του και ταξιδέψει για το Λος Άντζελες, περισσότεροι από 100 εξειδικευμένοι τεχνίτες έχουν αγγίξει, επεξεργαστεί και επιθεωρήσει το συγκεκριμένο κομμάτι. Ο καθένας είναι master σε ένα πολύ συγκεκριμένο κομμάτι της παραγωγής από το σκάλισμα του τιτανίου, έως τη χειροποίητη χάραξη. Παράλληλα, Λόγω του ότι η JMM χρησιμοποιεί αποκλειστικά συμπαγές, φυτικό οξικό κυτταρινοειδές (cellulose acetate) πάχους 10 χιλιοστών (διπλάσιο από το σύνηθες), το γυάλισμα είναι εξαιρετικά δύσκολο. Για αυτόν το λόγο, οι σκελετοί τοποθετούνται αρχικά σε ειδικά περιστρεφόμενα βαρέλια γεμάτα με ροκανίδια μπαμπού και ειδικές πάστες γυαλίσματος, εκεί «στρογγυλεύουν» και λειαίνονται για ημέρες. Στη συνέχεια, το τελικό φινίρισμα γίνεται αποκλειστικά στο χέρι για να αποκτήσει ο σκελετός αυτή τη βαθιά, καθρεφτίζουσα λάμψη που μοιάζει σχεδόν με υγρό γυαλί. Είναι αλήθεια ότι ενώ οι μαζικές μάρκες μπορούν να σχεδιάσουν και να βγάλουν στην αγορά μια συλλογή μέσα σε λίγες εβδομάδες, για την Jacques Marie Mage απαιτούνται έως και 18 μήνες από το πρώτο σκίτσο του Jérôme μέχρι το τελικό προϊόν. Για παράδειγμα η σειρά από καθαρό τιτάνιο (Beta Titanium) χρειάζεται περίπου 5 μήνες επεξεργασίας μόνο για το μεταλλικό της κομμάτι. Αυτή όμως η εμμονική ιαπωνική αφοσίωση στη λεπτομέρεια με τη μηδενική ανοχή στα λάθη και φυσικά τα μοναδικά σχέδια του Jérôme, μετέτρεψαν τα JMM στο πιο περιζήτητο brand οπτικών του πλανήτη.